Ο ήλιος κατηφορίζει σιγά, μα η θάλασσα μένει εκεί – ίδια, αληθινή, σταθερή. Γύρω από τον πύργο του ναυαγοσώστη, άνθρωποι απλοί, με τις καρέκλες τους, τα μικρά ψυγειάκια, τον καφέ στο πλαστικό ποτήρι. Δεν χρειάζονται τίποτα παραπάνω.
Ένα απαλό αεράκι, δυο κουβέντες με τον διπλανό, ένα βλέμμα στον ορίζοντα που χρυσίζει. Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη λιτή ομορφιά, κρύβεται όλο το μεγαλείο του ελληνικού καλοκαιριού — εκείνο που δεν μετριέται με χρήματα ή πολυτέλειες, αλλά με στιγμές.
Ίσως να τους έχει μείνει αυτό — να πηγαίνουν στην παραλία με το καρεκλάκι τους, ίσως τους αρέσει απλά.
Μα ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο πολύτιμο, η απλότητα που γεμίζει την ψυχή, το νερό που καθρεφτίζει όσα δεν λέγονται, ο ήλιος που φεύγει κι αφήνει πίσω του μια αίσθηση πληρότητας.
Γιατί στην Ελλάδα, ακόμα και μια απλή Κυριακή στη θάλασσα, μπορεί να μοιάζει με ευτυχία.


