Ο Καποδίστριας του Γιάννη Σμαραγδή δεν είναι απλώς μια ακόμη ιστορική ταινία. Είναι ένα έργο που άνοιξε συζητήσεις, αναζωπύρωσε μνήμες και —κυρίως— αποκάλυψε ένα βαθύ χάσμα ανάμεσα στους κριτικούς και το κοινό. Ένα χάσμα που δεν αφορά μόνο την αισθητική, αλλά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την Ιστορία και το ποιος έχει δικαίωμα να την αφηγηθεί.
Της Λαμπρινής Μπενάτση – Δρ. Ιστορικός Τέχνης

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, η ταινία εντυπωσιάζει με τη φωτογραφία της: τα πλάνα στο χιόνι, τα ιστορικά κτίρια που φιλοξενούν τις εσωτερικές σκηνές, τα κοστούμια που μοιάζουν να έχουν βγει από πίνακα εποχής, η μουσική που συνοδεύει τις σκιές και τις σιωπές. Είναι μια παραγωγή που επενδύει εμφανώς στη λεπτομέρεια και προσφέρει ένα οπτικό αποτέλεσμα που δύσκολα συναντά κανείς στον ελληνικό κινηματογράφο.
Οι ερμηνείες υπηρετούν αυτή την ατμόσφαιρα. Ο Μυριαγκός, στον ρόλο του Καποδίστρια, αποδίδει έναν άνθρωπο με βάθος, εσωτερικότητα και μια σιωπηλή αποφασιστικότητα που διαπερνά την οθόνη.
Και πέρα από τα εμφανή στοιχεία της, η ταινία επιχειρεί να φωτίσει τον ίδιο τον Καποδίστρια ως άνθρωπο και διπλωμάτη. Τον παρουσιάζει ως μια μορφή που κουβαλά το βάρος της ευθύνης, τις αντιφάσεις της εποχής του και μια μοναξιά που γίνεται ολοένα πιο ορατή όσο πλησιάζει η στιγμή της δολοφονίας του. Ξεκινά από τη σταδιοδρομία τους ως διπλωμάτη που κινήθηκε σε μια Ευρώπη γεμάτη εντάσεις, που βρέθηκε στα συνέδρια της Βιέννης και του Λάιμπαχ, που συγκρούστηκε με τον Μέττερνιχ, που πάλεψε για να διατηρηθεί η Γαλλία ενιαία και συνέβαλε στη διαμόρφωση του Συντάγματος της Ελβετίας.
Έναν άνθρωπο που, μέσα σε αυτό το πυκνό διεθνές σκηνικό, δεν έπαψε ποτέ να εργάζεται για την Ελλάδα: οι επαφές του με Έλληνες του Εξωτερικού, η οργάνωση του Αγώνα, η Φιλόμουσος Εταιρεία, που έδωσε μόρφωση σε δεκάδες ελληνόπουλα και λειτούργησε ως προκάλυμμα της Φιλικής Εταιρείας.
Κι όμως, όλα αυτά δεν στάθηκαν αρκετά για ένα μεγάλο μέρος της κριτικής. Οι κριτικοί βλέπουν μια ταινία που, κατά τη γνώμη τους, κινείται σε παλιομοδίτικες φόρμες. Το ύφος του Σμαραγδή χαρακτηρίζεται «κλασικό», «συντηρητικό», «εκτός εποχής».
Η έντονη παρουσία θρησκευτικών στοιχείων αντιμετωπίζεται ως μελοδραματική επιλογή. Η απουσία μαχών, η επιλογή να μην δούμε σπαθιά, καπνούς και πυρπολήσεις, αλλά συνέδρια, διπλωματικές συγκρούσεις και πολιτικές ισορροπίες, θεωρήθηκε «αντι-κινηματογραφική» και αδυναμία της ταινίας.
Αυτό, όμως, παραβλέπει ένα βασικό ιστορικό δεδομένο: ο Καποδίστριας φτάνει στην Ελλάδα ως Κυβερνήτης μιας ήδη ελεύθερης χώρας. Οι μάχες έχουν τελειώσει· αυτό που απομένει είναι η πολιτική ανοικοδόμηση, οι διπλωματικές ισορροπίες και οι εσωτερικές συγκρούσεις που καθόρισαν τη γέννηση του νέου κράτους. Και οδήγησαν εν τέλει στη δολοφονία του.
Το κοινό, από την άλλη, παρακολουθεί μια εντελώς διαφορετική ταινία. Αντικρίζει έναν άνθρωπο που πορεύεται μέσα σε μια Ευρώπη που αλλάζει, έναν διπλωμάτη που, μέσα σε αυτό το πυκνό διεθνές σκηνικό, δεν ξεχνά ούτε στιγμή την Ελλάδα και την ανάγκη της για ανεξαρτησία. Μπαίνει στον κόσμο της πολιτικής ίντριγκας, των συγκρούσεων και των σκοτεινών αποφάσεων. Παρακολουθεί τη δολοφονία του έξω από την εκκλησία, Κυριακή πρωί, όχι ως μελοδραματική επιλογή, αλλά ως ιστορική πραγματικότητα.
Και πάνω από όλα, αναγνωρίζει μια ταινία που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με μάχες, αλλά να συγκινήσει με ανθρώπους. Ένα έργο που μιλά για την ευθύνη και το βάρος της Ιστορίας.
Για το κοινό, αυτά δεν είναι αδυναμίες. Είναι η ουσία. Κι έτσι, ο Καποδίστριας γίνεται κάτι περισσότερο από μια ταινία: γίνεται καθρέφτης των δικών μας αναγκών, των δικών μας προσδοκιών από την Ιστορία. Οι κριτικοί βλέπουν μια κινηματογραφική φόρμα. Το κοινό βλέπει μια μορφή που το συγκινεί. Και ανάμεσα σε αυτές τις δύο οπτικές, η ταινία συνεχίζει να γεμίζει αίθουσες, το κοινό χειροκροτεί δακρυσμένο και όρθιο— ίσως γιατί, τελικά, η ταινία μιλά για κάτι που μας αφορά όλους.

