Σε πολλούς αναλυτές ενέργειας κυριαρχούσε η άποψη ότι ένας αποσταθεροποιητικός πόλεμος στην καρδιά της παραγωγής πετρελαίου στη Μέση Ανατολή θα έπληττε σοβαρά την Κίνα, τον κορυφαίο εισαγωγέα πετρελαίου παγκοσμίως. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο, καθώς μέχρι στιγμής η Κίνα ανταπεξέρχεται στον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ απέναντι στο Ιράν καλύτερα από πολλούς γείτονές της και δείχνει έτοιμη να εξέλθει από την παγκόσμια ενεργειακή δίνη σχετικά ισχυρότερη.
Σε αντίθεση με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν και τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, οι οποίοι ξεκίνησαν πολέμους υψηλού ρίσκου – σε Ουκρανία και Ιράν αντίστοιχα – ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ απέφυγε τέτοιες επιλογές και καταφέρνει να διασφαλίσει για τη χώρα του μια θέση μακροπρόθεσμης ισχύος και σταθερότητας. Ο Σι υπήρξε απρόθυμος να στηρίξει ευθέως τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία ή ακόμα και να αναγνωρίσει τις εδαφικές διεκδικήσεις του Πούτιν. Τώρα βλέπουμε την μετρημένη ρητορική του απέναντι στην εκστρατεία βομβαρδισμών των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αποφεύγοντας να σπεύσει σε άμεση βοήθεια του Ιράν. Η πρόσκληση προς τον Αμερικανό πρόεδρο να επισκεφθεί το Πεκίνο τον επόμενο μήνα παραμένει σε ισχύ και αυτό είναι ένα ακόμη σημείο στην εξωτερική πολιτική της Κίνας που αποκαλύπτει ένα εντελώς διαφορετικό μονοπάτι επιδίωξης παγκόσμιας επιρροής.
Η αλήθεια είναι ότι η Κίνα έχει υποστεί λιγότερη ζημιά από αυτόν τον πόλεμο απ’ ό,τι θα είχε υποστεί ακόμα και πριν από λίγα χρόνια. Τα αποθέματα πετρελαίου της περιορίζουν τον κίνδυνο βραχυπρόθεσμων ελλείψεων καυσίμων. Επίσης, οι εισαγωγές αερίου μέσω αγωγών καθώς και η εγχώρια παραγωγή μετριάζουν την ανάγκη της Κίνας για υγροποιημένο φυσικό αέριο από τη Μέση Ανατολή. Εάν ο πόλεμος παραταθεί, το Πεκίνο μπορεί να προμηθευτεί περισσότερη ενέργεια από φιλικές χώρες, ιδιαίτερα από τη Ρωσία και να στραφεί τόσο στα τεράστια αποθέματα άνθρακα, όσο και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που διαθέτει.
Ενεργειακή θωράκιση και οικονομικά οφέλη
Απρόσμενα ίσως για εμάς εδώ στη Δύση, ο πόλεμος παρείχε μάλιστα και ορισμένα πλεονεκτήματα για την Κίνα. Οι ολοκληρωμένες και πλήρως ανεπτυγμένες αλυσίδες εφοδιασμού της χώρας την καθιστούν ικανότερη από τους ανταγωνιστές εξαγωγείς της στο να συγκρατεί το κόστος παραγωγής. Παράλληλα, οι συνεχιζόμενες αναταραχές στις μεταφορές ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ, οι οποίες αύξησαν απότομα τόσο τις τιμές του πετρελαίου όσο και το κόστος ασφάλισης για τη ναυτιλία, τονώνουν τη ζήτηση για τις εξαγωγές καθαρής τεχνολογίας της Κίνας, ενισχύοντας τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στον ηλεκτρισμό και διαφοροποιώντας την παραγωγή μακριά από το πετρέλαιο και το αέριο. Αυτές οι διαδικασίες ήταν σε πλήρη εξέλιξη ήδη πριν από αυτόν τον πόλεμο, με μελέτες να καταγράφουν την αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ του μοντέλου του «ηλεκτρο-κράτους» (electrostate) της Κίνας και του «πετρελαιο-κράτους» (petrostate) των ΗΠΑ.
Στρατηγικά, η Κίνα επωφελείται επίσης από έναν πόλεμο που έχει αποδυναμώσει την αμερικανική ισχύ πυρός. Η σύγκρουση εξάντλησε τα αμερικανικά αποθέματα πυραύλων κρουζ μεγάλου βεληνεκούς και αναχαιτιστικών συστημάτων που θα χρειαστούν χρόνια για να ανακατασκευαστούν. Αυτές οι ελλείψεις έχουν ήδη αλυσιδωτές επιπτώσεις προς τα έξω: εξαρτήματα THAAD αποσύρθηκαν από τη Νότια Κορέα, συστοιχίες Patriot δεν είναι διαθέσιμες για την Ουκρανία και τους συμμάχους των ΗΠΑ στην Ασία και η αναδιάταξη αμερικανικών ναυτικών και αεροπορικών μέσων στη Μέση Ανατολή αραίωσε την κάλυψη στον Ινδο-Ειρηνικό Ωκεανό.
Το συνολικό αποτέλεσμα είναι η διάβρωση της αμερικανικής αποτροπής σε γεωπολιτικά σημεία όπου το Πεκίνο έχει τα περισσότερα διακυβεύματα, ενώ σύμμαχοι από τη Σεούλ έως το Τόκιο επανεκτιμούν σιωπηλά πόσο ανθεκτικές είναι πραγματικά οι δεσμεύσεις ασφαλείας της Ουάσιγκτον. Όλα αυτά βαθαίνουν την ήδη οξεία εξάρτηση των ΗΠΑ από τις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών της Κίνας που απαιτούνται για την παραγωγή νέων όπλων και πυρομαχικών. Η Κίνα επωφελείται επίσης από τα πλήγματα στη φήμη των ΗΠΑ ως αξιόπιστου και κυρίαρχου διεθνούς παράγοντα, καθώς τόσο οι ανεπτυγμένες όσο και οι αναπτυσσόμενες χώρες επιδιώκουν να αντισταθμίσουν τα ρίσκα τους σχετικά με το απρόβλεπτο στοιχείο στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον.
Πολύτιμα μαθήματα για την Ταϊβάν
Ο πόλεμος στο Ιράν προσφέρει στους σχεδιαστές στρατιωτικής πολιτικής της Κίνας μια πιο διεισδυτική ματιά στο πώς οι ΗΠΑ αναπτύσσουν αεροπορική και ναυτική ισχύ σε πραγματικό χρόνο και αξιοποιούν τα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης στο πεδίο της μάχης. Πολύτιμες πληροφορίες, ιδιαίτερα για οποιοδήποτε σενάριο αφορά την Ταϊβάν, με το Πεκίνο να παρακολουθεί τις τακτικές διακοπής της ναυσιπλοΐας μέσω drones που χρησιμοποίησε το Ιράν στο Ορμούζ, εξετάζοντας τους τρόπους με τους οποίους μια ανάλογη προσέγγιση θα μπορούσε να λειτουργήσει στα Στενά της Ταϊβάν σε ένα σενάριο που θα δοκίμαζε τις αμερικανικές αντιδράσεις χωρίς να προκαλέσει μια ευθεία στρατιωτική αντιπαράθεση.
Εάν ο Σι βρισκόταν ενώπιον εκλογών – με την οικονομική ανάπτυξη να είναι κατώτερη των προσδοκιών, την ανεργία να αυξάνεται και το κόστος του πολέμου στο Ιράν να προστίθεται στα προβλήματά του – ενδέχεται να έμπαινε στον πειρασμό να εκμεταλλευτεί αυτή τη στιγμή. Οι ΗΠΑ είναι στο μέγιστο βαθμό απορροφημένες στο Ιράν, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι τηρούν στάση αναμονής και η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να εξαρτάται από τα κινεζικά ορυκτά. Ποια θα ήταν η καλύτερη στιγμή για να κινηθεί το Πεκίνο προς την Ταϊβάν; Ακόμα και χωρίς στρατιωτική εισβολή, μια σοβαρή κλιμάκωση θα μπορούσε, θεωρητικά τουλάχιστον, να βελτιώσει πολιτικά τη θέση του Σι στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο. Ωστόσο, ο Κινέζος πρόεδρος δεν αντιμετωπίζει καμία τέτοια πίεση και δεν είναι πρόθυμος να πάρει ρίσκα. Η προτίμησή του είναι η ειρηνική επανένωση με την Ταϊβάν, με τη στρατιωτική βία ως έσχατη λύση. Γνωρίζει καλά ότι οι κινεζικές δυνάμεις δεν έχουν αντιμετωπίσει πραγματικό πόλεμο από μια συνοριακή σύγκρουση με το Βιετνάμ πριν από 47 χρόνια και η Κίνα δεν έχει εμπλακεί ποτέ σε ναυτική σύγκρουση. Η συνεχιζόμενη εκκαθάριση στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος με δεσμούς με τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, η πιο εκτεταμένη από τη δεκαετία του 1980, αποκαλύπτει επίσης ότι ο Σι γνωρίζει ότι ο στρατός του δεν είναι έτοιμος για μια μεγάλη πολεμική αναμέτρηση ή μια ευρεία στρατιωτική κλιμάκωση.
Η διπλωματία ως στρατηγική επιλογή και η απειλή του ναυτικού αποκλεισμού
Η Κίνα θέλει να αναγνωρίζεται διεθνώς ως η υπεύθυνη, σταθεροποιητική μεγάλη δύναμη, η χώρα που τρίτες χώρες επιδιώκουν να προσεγγίσουν, όχι αντισταθμιστικά έναντι των ΗΠΑ, αλλά ως στρατηγική προτεραιότητα. Η πρώτη συνάντηση εδώ και πάνω από μια δεκαετία μεταξύ του Σι και του επικεφαλής του Κουόμιντανγκ, του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης της Ταϊβάν, την περασμένη εβδομάδα, σχεδιάστηκε στο πλαίσιο της προβολής του Πεκίνου ως φορέα ανάπτυξης ειρηνικών σχέσεων συνεργασίας. Η ίδια λογική οδηγεί την ευρύτερη στάση του Πεκίνου στην παγκόσμια σκηνή, όπως συνέβη και με την αποστολή ειδικού διαμεσολαβητή στη Μέση Ανατολή, με τη στήριξη της ειρηνευτικής διαδικασίας στο Πακιστάν, με προτάσεις κατάπαυσης του πυρός για τη Γάζα και την Ουκρανία. Τίποτα από αυτά δεν παρήγαγε περισσότερα από μια συμβολική εμπλοκή, αλλά αυτό είναι το νόημα: η τοποθέτηση της Κίνας ως τον επόμενο διεθνή εγγυητή ασφαλείας απέναντι σε μια αλλοπρόσαλλη στρατηγικά διοίκηση στην Ουάσινγκτον.
Κάθε μέρα που ο πόλεμος συνεχίζεται, περισσότερες κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής συμπεραίνουν ότι οι καλές σχέσεις με το Πεκίνο είναι απαραίτητες για την ανοικοδόμηση και τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Το εμπόριο έχει τριπλασιαστεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες: η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος πελάτης πετρελαίου της Μέσης Ανατολής και του Περσικού Κόλπου και η περιοχή ενισχύεται διαρκώς ως σημαντική αγορά για τις κινεζικές εξαγωγές, συμπεριλαμβανομένης της πράσινης τεχνολογίας, της αρχιτεκτονικής cloud, των πλατφορμών Τεχνητής Νοημοσύνης και των συστημάτων έξυπνων πόλεων. Η Κίνα μπορεί επίσης να περιμένει μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την επόμενη μέρα, όταν σταματήσουν οι συγκρούσεις στο Ιράν, ειδικά με ορίζοντα τη διασφάλιση ότι τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν ανοιχτά μακροπρόθεσμα – κάτι που η Ουάσιγκτον έχει καταστήσει σαφές ότι θεωρεί διεθνές πρόβλημα.
Παρ’ όλα αυτά, εάν ο πόλεμος συνεχιστεί περισσότερο από μερικές ακόμη εβδομάδες, οι συσχετισμοί ίσως αρχίσουν να αναδιαμορφώνονται εις βάρος του Πεκίνου. Ο ναυτικός αποκλεισμός των ΗΠΑ περιορίζει σημαντικά τις εισαγωγές πετρελαίου από το Ιράν και, παρότι η κινεζική ηγεσία αναμένεται να αποφύγει όξυνση της ρητορικής με την Ουάσιγκτον, η Κίνα ίσως αναζητήσει μεγαλύτερα κίνητρα για να πιέσει σκληρότερα για έναν τερματισμό της σύγκρουσης μέσω διαπραγματεύσεων. Οι μεσοπρόθεσμες οικονομικές αναταραχές στις ενεργειακές υποδομές των συνταγματικών μοναρχιών του Περσικού Κόλπου και οι απειλές για τις κινεζικές τεχνολογικές υποδομές συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για το Πεκίνο, με τις πιέσεις που ασκούνται στις αγορές της Ασίας και της Ευρώπης – οι οποίες μαζί απορροφούν περίπου το 60% των κινεζικών εξαγωγών – να επιβραδύνουν την ανάπτυξη και να πλήττουν τη ζήτηση για κινεζικά προϊόντα.
Μια πολιτικά διχασμένη και θεσμικά δυσλειτουργική ή απρόβλεπτη αμερικανική διοίκηση δημιουργεί πραγματικές ευκαιρίες για το Πεκίνο, ωστόσο οι ίδιες ευκαιρίες μπορεί να αυτο-ακυρώνονται από την αστάθεια που προκαλεί η πολιτική των ΗΠΑ σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Αν η σύγκρουση συνεχιστεί για αρκετό ακόμη διάστημα, το Πεκίνο ίσως θελήσει τελικά ο πόλεμος να τελειώσει περισσότερο και πιο γρήγορα από όσο επιδιώκει η Ουάσινγκτον.
*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι project coordinator και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.

