Υπάρχει μια ώρα του καλοκαιριού που δεν γράφει ποτέ το ρολόι. Είναι λίγο μετά το μεσημέρι, όταν ο ήλιος έχει λευκάνει τους δρόμους, τα τζιτζίκια έχουν πάρει τη θέση κάθε άλλου ήχου και ο αέρας κουβαλά μαζί του τη μυρωδιά από πεύκο, γιασεμί και ζεστό χώμα. Οι αυλές μοιάζουν να κοιμούνται, τα παραθυρόφυλλα είναι μισόκλειστα και κάπου, από μια κουζίνα, έρχεται το άρωμα της γεμιστής ντομάτας ή του ψαριού που μόλις βγήκε από το τηγάνι.
Tου Βασίλη Σπαντούρου
Εκείνη την ώρα ο χρόνος δεν κυλά. Απλώνεται.
Ίσως γι’ αυτό το ελληνικό καλοκαίρι δεν είναι εποχή. Είναι συναίσθημα.
Είναι οι γυμνές πατούσες πάνω στο καυτό πεζοδρόμιο μέχρι να φτάσουν στην άμμο. Είναι η πρώτη βουτιά που πάντα είναι λίγο πιο κρύα απ’ όσο την περιμένεις. Είναι το καρπούζι που κόβεται πρόχειρα στην παραλία και μοιράζεται χωρίς να περισσεύουν πιάτα ή μαχαιροπίρουνα. Είναι τα παιδιά που επιστρέφουν στο σπίτι μόνο όταν αρχίσουν να ανάβουν τα φώτα των δρόμων, κουβαλώντας στα γόνατα μικρές πληγές και στα μάτια μια ολόκληρη μέρα ελευθερίας.
Κάποτε, όλα αυτά μας φαίνονταν αυτονόητα.
Δεν μετρούσαμε τα καλοκαίρια. Τα ζούσαμε.
Δεν φωτογραφίζαμε κάθε στιγμή. Την αφήναμε να γίνει ανάμνηση μόνη της.
Δεν αναζητούσαμε το τέλειο ηλιοβασίλεμα. Καθόμασταν απλώς απέναντί του, χωρίς να μας νοιάζει αν θα το δει κανείς άλλος.
Ύστερα μεγαλώσαμε.
Η ζωή γέμισε προθεσμίες, υποχρεώσεις, ειδοποιήσεις, οθόνες και ρολόγια. Αρχίσαμε να οργανώνουμε ακόμη και την ξεκούρασή μας. Να προγραμματίζουμε τη χαλάρωση. Να βιαζόμαστε ακόμη και στις διακοπές. Να απαντάμε σε μηνύματα ενώ ακούμε το κύμα. Να κοιτάζουμε την οθόνη περισσότερο απ’ όσο κοιτάζουμε τον ορίζοντα.
Κι όμως, το καλοκαίρι αντιστέκεται.
Σε αναγκάζει να χαμηλώσεις τον ρυθμό. Να καθίσεις λίγο περισσότερο σε ένα καφενείο. Να αφήσεις το ποτήρι να ιδρώσει πριν το σηκώσεις. Να πεις μια ιστορία που έχεις πει δεκάδες φορές και να γελάσεις σαν να την ακούς για πρώτη φορά.
Έχει μια παράξενη σοφία αυτή η εποχή.
Σου θυμίζει ότι η ζωή δεν αποτελείται από τα μεγάλα γεγονότα που σημειώνουμε στο ημερολόγιο. Αποτελείται από τις μικρές στιγμές που δεν είχαμε ποτέ σκοπό να θυμόμαστε και τελικά δεν ξεχνάμε ποτέ.
Τη μυρωδιά του αντηλιακού πάνω στο δέρμα.
Το αλάτι που μένει στα χείλη μετά τη θάλασσα.
Την ψάθινη καρέκλα που τρίζει σε μια αυλή.
Το ποτήρι με το παγωμένο νερό που αφήνει κύκλους πάνω στο τραπέζι.
Ένα τρανζίστορ που παίζει παλιά τραγούδια από το διπλανό μπαλκόνι.
Το γέλιο μιας παρέας που χάνεται μέσα στη νύχτα.
Τίποτα από αυτά δεν αλλάζει τον κόσμο.
Κι όμως, όλα μαζί φτιάχνουν τη ζωή.
Ίσως γι’ αυτό οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι που γνωρίσαμε δεν ήταν πάντα εκείνοι που είχαν τα περισσότερα. Ήταν εκείνοι που ήξεραν να σταματούν. Να απολαμβάνουν ένα καρπούζι χωρίς να βιάζονται να το τελειώσουν. Να χαζεύουν τη θάλασσα χωρίς να ψάχνουν σήμα στο κινητό. Να ακούν έναν άνθρωπο χωρίς να σκέφτονται τι θα απαντήσουν.
Η ραστώνη του καλοκαιριού δεν είναι τεμπελιά.
Είναι μια σπάνια υπενθύμιση ότι δεν γεννηθήκαμε μόνο για να προλαβαίνουμε.
Γεννηθήκαμε για να μυρίζουμε το γιασεμί μετά τη δύση του ήλιου. Για να ακούμε τα τζιτζίκια χωρίς να μας ενοχλούν. Για να κρατάμε λίγο παραπάνω μια αγκαλιά. Για να αφήνουμε το τραπέζι να μένει στρωμένο, ακόμη κι όταν έχουν τελειώσει τα πιάτα, επειδή οι κουβέντες δεν χορταίνουν τόσο εύκολα όσο η πείνα.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πολυτέλεια που μας χαρίζει κάθε καλοκαίρι.
Όχι οι διακοπές.
Όχι τα νησιά.
Όχι οι φωτογραφίες.
Αλλά η ευκαιρία να θυμηθούμε, έστω για λίγες ημέρες, ότι πριν γίνουμε επαγγελματίες, γονείς, εργοδότες, υπάλληλοι, ψηφοφόροι ή οτιδήποτε άλλο, είμαστε απλώς άνθρωποι.
Και καμιά φορά, αρκεί ένας ζεστός αέρας, η μυρωδιά ενός πεύκου, ένα ποτήρι κρύο νερό και ένα ηλιοβασίλεμα που δεν βιαστήκαμε να φωτογραφίσουμε, για να θυμηθούμε ποιοι είμαστε πραγματικά.
Εφημερίδα POLIS

