Η Ουκρανία: για τρία χρόνια παγκόσμια υπερδύναμη
Από το Μνημόνιο της Βουδαπέστης μέχρι την αθέτηση των υποσχέσεων — μια ιστορία αφέλειας, ισχύος και υποκρισίας.
Όταν το 1991 διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση, ο χάρτης της Ευρώπης άλλαξε ριζικά. Από τα ερείπια της υπερδύναμης ξεπήδησαν δεκαπέντε νέες χώρες, ανάμεσά τους και η Ουκρανία. Αυτό που λίγοι συνειδητοποιούσαν τότε, ήταν πως η νεοσύστατη αυτή χώρα βρέθηκε ξαφνικά να κατέχει το τρίτο μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο του πλανήτη — περισσότερες από 1.700 πυρηνικές κεφαλές, έτοιμες προς χρήση. (Η Ουκρανία κληρονόμησε περίπου 1.700 στρατηγικές πυρηνικές κεφαλές, 176 διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους (ICBMs) και 44 στρατηγικά βομβαρδιστικά.)
Αυτό την έκανε την τρίτη μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη στον κόσμο μετά τις ΗΠΑ και τη Ρωσία (1991-1994). Για τρεις ολόκληρες χρονιές, η Ουκρανία ήταν, χωρίς να το επιδιώξει, μια παγκόσμια υπερδύναμη.

Όμως οι μεγάλες δυνάμεις δεν μπορούσαν να το επιτρέψουν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο – όλες πυρηνικές – ήξεραν καλά ότι ο κόσμος δεν χωρούσε μια νέα δύναμη με πυρηνικό οπλοστάσιο στο κέντρο της Ευρώπης. Προτίμησαν, όπως συνηθίζεται στη γεωπολιτική, «τον διάβολο που ήξεραν». Έτσι, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για τον πυρηνικό αφοπλισμό της Ουκρανίας, με αντάλλαγμα «εγγυήσεις ασφαλείας».

Το αποτέλεσμα αυτής της διπλωματικής πίεσης ήταν το Μνημόνιο της Βουδαπέστης, που υπογράφηκε το 1994.( Υπογράφηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1994 στη Βουδαπέστη, από: Ουκρανία, Ρωσία (Μπόρις Γέλτσιν), Ηνωμένες Πολιτείες (Μπιλ Κλίντον), Ηνωμένο Βασίλειο (Τζον Μέιτζορ). Η Ουκρανία συμφώνησε να παραδώσει όλα τα πυρηνικά της όπλα στη Ρωσία και να ενταχθεί στη Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων. Σε αντάλλαγμα, οι «εγγυήτριες δυνάμεις» δεσμεύτηκαν να σεβαστούν την ανεξαρτησία, τα σύνορα και την κυριαρχία της, και να μην ασκήσουν ποτέ στρατιωτική πίεση εναντίον της.
Στην πραγματικότητα, οι εγγυήσεις αυτές ήταν μια υπόσχεση χωρίς δόντια. Δεν υπήρχε καμία ρήτρα επιβολής, καμία πραγματική δέσμευση για στρατιωτική προστασία. Όλοι θεωρούσαν δεδομένο ότι η Ουκρανία θα παρέμενε για πάντα μέσα στη ρωσική σφαίρα επιρροής. Ο αφοπλισμός της ήταν για τη Δύση μια επιτυχία, και για τη Μόσχα μια εξασφάλιση ότι το Κίεβο δεν θα στρεφόταν ποτέ εναντίον της.

Δύο δεκαετίες αργότερα, η πραγματικότητα ήρθε να διαψεύσει τις υπογραφές. Το 2014, με την προσάρτηση της Κριμαίας, και το 2022, με την πλήρη ρωσική εισβολή, το Μνημόνιο της Βουδαπέστης αποδείχθηκε ένα κομμάτι χαρτί χωρίς αξία. Οι υποσχέσεις των εγγυητριών δυνάμεων εξαφανίστηκαν μέσα σε δηλώσεις “ανησυχίας”, κυρώσεις και διπλωματικές ανακοινώσεις. Κανείς δεν τόλμησε να επικαλεστεί πραγματικά τη συμφωνία του 1994.
Η Ευρώπη, για ακόμη μία φορά, παρακολούθησε ως θεατής με ακριβοπληρωμένο εισιτήριο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κινήθηκαν με βάση τα δικά τους γεωστρατηγικά συμφέροντα, η Βρετανία αναζήτησε διπλωματικές ισορροπίες, και η Ρωσία επιβεβαίωσε ότι το διεθνές δίκαιο ισχύει μόνο όσο το επιτρέπει η ισχύς.

Η υπόθεση αυτή ξεγυμνώνει τη μεγάλη αλήθεια του 21ου αιώνα:
ότι η παγκόσμια ασφάλεια παραμένει προνόμιο των ισχυρών, και πως οι εγγυήσεις των μεγάλων είναι συχνά γραμμένες με αόρατο μελάνι. Η Ουκρανία, μια χώρα που πίστεψε πως η ειρήνη μπορεί να εξασφαλιστεί με υπογραφές, έγινε τελικά το “ιατρείο” όπου η ανθρωπότητα θεραπεύει τις ψευδαισθήσεις της.
Η ιστορία της αποδεικνύει ότι όταν μια χώρα παραδίδει τα μέσα αποτροπής της με αντάλλαγμα υποσχέσεις, παραδίδει μαζί κι ένα κομμάτι της κυριαρχίας της.
Κι αν κάτι μένει από εκείνα τα τρία χρόνια όπου η Ουκρανία υπήρξε, έστω και προσωρινά, παγκόσμια υπερδύναμη, είναι η επίγνωση πως η δύναμη δεν χαρίζεται ποτέ — αφαιρείται ή κερδίζεται.
Polis #116


