Η κυβέρνηση δεν αρνείται απλώς τον ουσιαστικό διάλογο με τους αγρότες. Αρνείται την ίδια την πραγματικότητα. Μπροστά σε μια από τις πιο εκτεταμένες κοινωνικές κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών, επιλέγει τη σύγκρουση, την απαξίωση και τελικά την καταστολή. Με λόγια που θυμίζουν τελεσίγραφο και με ύφος που παραπέμπει περισσότερο σε διοίκηση εταιρείας παρά σε δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση.
Η Ελλάδα κόπηκε στα δύο. Εθνικές οδοί, παρακαμπτήριοι, κόμβοι στρατηγικής σημασίας. Όχι από «επαγγελματίες ταραχοποιούς», αλλά από ανθρώπους του πρωτογενούς τομέα που δηλώνουν αδυναμία επιβίωσης. Αγρότες και κτηνοτρόφοι που βλέπουν το κόστος παραγωγής να εκτοξεύεται, το εισόδημα να συρρικνώνεται και το κράτος να τους αντιμετωπίζει ως πρόβλημα δημόσιας τάξης.
Κι όμως, η κυβερνητική απάντηση ήταν ξεκάθαρη: «Διάλογος, αλλά χωρίς κινητοποιήσεις. Διάλογος, αλλά χωρίς δημοσιονομικό χώρο. Διάλογος, αλλά με προειδοποίηση για αστυνομική επέμβαση.»
Αυτό δεν είναι διάλογος. Είναι όρος παράδοσης.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, μιλώντας στην ΕΡΤ, ξεκαθάρισε ότι «δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για περισσότερα μέτρα» και ταυτόχρονα προανήγγειλε αστυνομικές επιχειρήσεις αν οι αγρότες «ενοχλήσουν τη λειτουργία του κράτους». Με άλλα λόγια, δεν θα δώσουμε τίποτα άλλο και αν συνεχίσετε, θα επέμβουμε.
Ας μιλήσουμε όμως με δεδομένα όχι με επικοινωνιακές γενικότητες.
Τα δεδομένα που η κυβέρνηση αποσιωπά
-
Το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τον πρωτογενή τομέα στην Ελλάδα παραμένει από τα υψηλότερα σε σχέση με το αγροτικό εισόδημα, ακόμη κι αν η κιλοβατώρα εμφανίζεται «φθηνότερη» ονομαστικά.
-
Η ρύθμιση ΓΑΙΑ δεν καλύπτει μεγάλο μέρος αγροτών που βρίσκονται σε ρυθμίσεις ή έχουν παλαιά χρέη, δηλαδή αυτούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
-
Οι ενισχύσεις και οι πληρωμές που επικαλείται η κυβέρνηση δεν αφορούν νέο εισόδημα, αλλά καθυστερημένες ή ήδη θεσμοθετημένες υποχρεώσεις.
-
Ο πρωτογενής τομέας πιέζεται από διεθνείς τιμές, αθέμιτο ανταγωνισμό, αυξημένο κόστος καυσίμων και λιπασμάτων, χωρίς καμία ουσιαστική στρατηγική ανασυγκρότησης.
Απέναντι σε όλα αυτά, η κυβέρνηση απαντά με το επιχείρημα:
«Δεν είμαστε κυβέρνηση μόνο των αγροτών».
Σωστά. Αλλά είναι κυβέρνηση όλων μόνο όταν επιβάλλει περιορισμούς, όχι όταν μοιράζει βάρη.
Αλαζονεία αντί πολιτικής
Η φράση «κάθε ώρα κινητοποιήσεων στρέφεται ενάντια στην κοινωνία» είναι αποκαλυπτική. Η κυβέρνηση δεν βλέπει πολίτες που διαμαρτύρονται. Βλέπει ενοχλήσεις. Δεν βλέπει αδιέξοδο. Βλέπει κυκλοφοριακό πρόβλημα. Δεν βλέπει αγρότες. Βλέπει «μία επαγγελματική ομάδα».
Αυτή είναι η πολιτική φιλοσοφία της κυβέρνησης των «Αρίστων»:
-
Διάλογος μόνο όταν δεν υπάρχει πίεση.
-
Συναίνεση μόνο όταν έχει ήδη αποφασιστεί το αποτέλεσμα.
-
Νόμος και τάξη ως υποκατάστατο κοινωνικής πολιτικής.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε συναντηθεί με αγρότες το 2023 εν μέσω μπλόκων. Σήμερα, η ίδια κυβέρνηση θεωρεί τις κινητοποιήσεις «ασύμβατες» με τον διάλογο. Τι άλλαξε; Όχι η κατάσταση των αγροτών. Η αλαζονεία της εξουσίας άλλαξε.
Όταν η «σταθερότητα» γίνεται κοινωνική ρήξη
Η επίκληση του παρελθόντος («δεκαετία του ’80», «2015») λειτουργεί ως φόβητρο. Όποιος ζητά, χαρακτηρίζεται ανεύθυνος. Όποιος πιέζει, απειλεί την οικονομία. Όποιος διαμαρτύρεται, «ταλαιπωρεί την κοινωνία».
Όμως η κοινωνία είναι οι αγρότες. Είναι οι στρατιωτικοί που διαμαρτύρονται. Είναι οι μικρομεσαίοι που πληρώνουν ρεύμα και καύσιμα χωρίς ανάσα. Είναι οι πολίτες που βλέπουν ένα κράτος ισχυρό μόνο απέναντι στους αδύναμους.
Η Ελλάδα δεν κόπηκε στα δύο από τα τρακτέρ.
Κόπηκε στα δύο από μια κυβέρνηση που δεν ακούει, δεν υποχωρεί, δεν συνομιλεί. Μόνο διαχειρίζεται, απειλεί και επιβάλλει.
Και αυτό δεν είναι αριστεία.
Είναι αλαζονεία εξουσίας.

