Κάθε χρόνο, στις 15 Αυγούστου, η Ελλάδα σταματά για λίγο. Τα νησιά γεμίζουν κόσμο, τα χωριά ξαναβρίσκουν τους ανθρώπους τους, οι εκκλησίες ανοίγουν τις πόρτες τους από νωρίς και η Παναγία γίνεται, για μία ακόμη φορά, το πρόσωπο γύρω από το οποίο συγκεντρώνεται η συλλογική μνήμη. Όμως πριν γίνει γιορτή, περιφορά, κερί, τάμα και οικογενειακό τραπέζι, η Κοίμηση της Θεοτόκου έγινε εικόνα. Από το Βυζάντιο και την Κρητική Σχολή έως τον Θεοτοκόπουλο και τη Δυτική Τέχνη, παραμένει ένα από τα πιο συγκλονιστικά θέματα της χριστιανικής τέχνης.
Η Κοίμηση, μία από τις σημαντικότερες θεομητορικές εορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δεν παρουσιάζεται στην εκκλησιαστική παράδοση ως τέλος, αλλά ως μετάβαση. Και αυτή ακριβώς η σημασία της λέξης, ανάπαυση, πέρασμα σε μια άλλη κατάσταση ύπαρξης, είναι που κάνει την εικαστική της απεικόνιση τόσο ιδιαίτερη: η τέχνη καλείται να ζωγραφίσει όχι μόνο τον θάνατο, αλλά και την προσδοκία της ζωής πέρα από αυτόν.
Στην κλασική ορθόδοξη εικονογραφία, η Παναγία βρίσκεται ξαπλωμένη στο νεκρικό κρεβάτι, ήρεμη, σχεδόν γαλήνια. Γύρω της στέκονται οι Απόστολοι, για να αποχαιρετήσουν τη Μητέρα του Χριστού. Στο κέντρο της σύνθεσης βρίσκεται ο Χριστός, όρθιος, κρατώντας στα χέρια Του μια μικρή μορφή ντυμένη στα λευκά: την ψυχή της Παναγίας. Η αντιστροφή είναι συγκλονιστική. Εκείνη που κάποτε κράτησε τον Χριστό ως βρέφος, τώρα κρατιέται από Εκείνον ως ψυχή. Αυτή η ιδέα αναφέρεται συχνά στην εικονογραφική ερμηνεία της Κοίμησης, όπου η ψυχή της Θεοτόκου αποδίδεται ως βρέφος στα σπάργανα, σύμβολο καθαρότητας και νέας γέννησης.
Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη δύναμη του θέματος. Η εικόνα της Κοίμησης δεν είναι μια εικόνα πένθους όπως θα την περίμενε κανείς. Είναι μια εικόνα συμμετρίας. Κάτω, το ανθρώπινο σώμα που αποχαιρετά τον κόσμο. Πάνω, η θεία παρουσία που παραλαμβάνει την ψυχή. Δεξιά και αριστερά, οι Απόστολοι, οι ιεράρχες, οι άγγελοι.
Η Κοίμηση έγινε θέμα της τέχνης από πολύ νωρίς. Υπάρχουν αναφορές σε απεικονίσεις του θέματος ήδη από τους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εικονογραφικής παράδοσης. Ένα από τα σημαντικά πρώιμα παραδείγματα είναι ελεφαντοστέινη πλάκα από την Κωνσταντινούπολη γύρω στο 1000 μ.Χ.

Το θέμα πέρασε στη βυζαντινή τέχνη, στη ρωσική αγιογραφία, στην κρητική σχολή, αλλά και στη δυτική ζωγραφική, όπου συνδέθηκε συχνά με την «Κοίμηση», την «Μετάσταση» ή την «Ανάληψη» της Παναγίας. Η διαδρομή αυτή δείχνει ότι η μορφή της Παναγίας δεν ανήκει μόνο στη θεολογία. Ανήκει και στην παγκόσμια ιστορία της Τέχνης.
Στην ελληνική τέχνη, ένα από τα σημαντικότερα έργα είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, που χρονολογείται γύρω στο 1565–1566 και ανήκει στα πρώιμα έργα του, πριν από την εγκατάστασή του στην Ιταλία και αργότερα στην Ισπανία. Η σύνθεση διαφέρει αισθητά από το ύφος που θα αναπτύξει στα ώριμα έργα του. Η Παναγία βρίσκεται στο κέντρο της σύνθεσης, ξαπλωμένη στο νεκρικό της κρεβάτι, ενώ πάνω από αυτήν δεσπόζει η μορφή του Χριστού. Η κατακόρυφη ανάπτυξη της σύνθεσης ενισχύεται από τον άξονα που δημιουργεί η μορφή Του, ενώ οι ομάδες των Αποστόλων και των επισκόπων οργανώνουν τα επιμέρους οριζόντια επίπεδα.

Ο Θεοτοκόπουλος χρησιμοποιεί θερμούς, χρυσαφένιους τόνους, ενώ τα λαμπερά κόκκινα ενδύματα δημιουργούν έντονες χρωματικές αντιθέσεις. Οι πιο σκούροι τόνοι, τονισμένοι με χρυσές αποχρώσεις, προσδίδουν στις μορφές μια σχεδόν αγαλματώδη υπόσταση. Το έργο αποδόθηκε στον Θεοτοκόπουλο μόλις τη δεκαετία του 1980, όταν εντοπίστηκε η υπογραφή του στη βάση του κηροπηγίου. Σήμερα βρίσκεται στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ερμούπολη της Σύρου.
Ιδιαίτερη θέση έχει και η Κρητική Σχολή. Ο ζωγράφος Βίκτωρ, γνωστός και ως Βίκτωρ ο Κρης, υπήρξε ένας από τους σημαντικούς αγιογράφους του 17ου αιώνα. Στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ακολουθεί τον παραδοσιακό εικονογραφικό τύπο: στο κέντρο η Παναγία βρίσκεται ξαπλωμένη στη νεκρική κλίνη, περιτριγυρισμένη από Αποστόλους, επισκόπους και άλλες μορφές, ενώ πίσω της δεσπόζει ο Χριστός, κρατώντας στην αγκαλιά Του τη μικρή μορφή της ψυχής της. Η παράσταση αυτή, χαρακτηριστική της ορθόδοξης εικονογραφίας, υποδηλώνει την πνευματική μετάβαση της Θεοτόκου από τον επίγειο στον ουράνιο κόσμο.

Η σύνθεση αναπτύσσεται σε περισσότερα επίπεδα: επάνω, οι Απόστολοι περιβάλλουν την Παναγία, η οποία, περιστοιχισμένη από δύο αγγέλους, παραπέμπει στη Μετάστασή της. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Απόστολος Θωμάς λαμβάνει την Αγία Ζώνη ως μαρτυρία της μετάστασης, ενώ στο πρώτο πλάνο ο Ιεφονίας εμποδίζεται από άγγελο με ξίφος να αγγίξει τη νεκρική κλίνη.
Έτσι, ο Βίκτωρ ο Κρης συνθέτει σε μία εικόνα το επίγειο και το ουράνιο επίπεδο της Κοίμησης: το σώμα της Παναγίας παραμένει στη γη, ενώ η ψυχή της παραδίδεται στον Χριστό και η ίδια οδηγείται στη μετάσταση. Η εικόνα διατηρεί, επομένως, τον βαθιά θεολογικό χαρακτήρα της βυζαντινής παράδοσης, ενώ η χρωματική και συνθετική της ανάπτυξη μαρτυρεί τη συνάντησή της με τη δυτική, βενετσιάνικη ζωγραφική.
Στη Δύση, γύρω στα 1310, ο Giotto φιλοτεχνεί τη δική του εκδοχή της Κοίμησης της Θεοτόκου. Η Μαρία βρίσκεται στο κέντρο, πάνω στη νεκρική κλίνη, περιστοιχισμένη από τους Αποστόλους, ενώ ο Χριστός στέκεται πίσω από την κλίνη κρατώντας τη μικρή μορφή της ψυχής της. Ο Giotto συνδυάζει έτσι, μέσα στην ίδια σύνθεση, τον θάνατο του σώματος με τη σωτηρία της ψυχής.

Η σημασία του έργου βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο το ιερό γεγονός αποκτά ανθρώπινη και συναισθηματική διάσταση. Οι Απόστολοι δεν λειτουργούν απλώς ως εικονογραφικά σύμβολα, αλλά ως μορφές που βιώνουν το πένθος, ενώ η οργάνωση του χώρου και η στιβαρότητα των σωμάτων απομακρύνουν σταδιακά τη ζωγραφική από την αυστηρή επιπεδότητα της βυζαντινής παράδοσης. Η Κοίμηση γίνεται έτσι όχι μόνο θεολογικό γεγονός, αλλά και ανθρώπινη εμπειρία απώλειας και αποχωρισμού.
Ο Andrea Mantegna, γύρω στο 1462, φιλοτεχνεί τη δική του Κοίμηση της Θεοτόκου. Η Παναγία βρίσκεται ξαπλωμένη στο νεκρικό της κρεβάτι, στο κέντρο μιας αυστηρά οργανωμένης εσωτερικής σκηνής, ενώ γύρω της συγκεντρώνονται οι Απόστολοι. Ο Μαντένια επικεντρώνεται στη στιγμή του περάσματος από τη ζωή στον θάνατο, χωρίς να καταφεύγει σε μια θεαματική υπερφυσική αφήγηση. Ο Απόστολος Πέτρος, με τη λευκή γενειάδα, βρίσκεται στο κέντρο κρατώντας λειτουργικό βιβλίο, ενώ άλλος Απόστολος ευλογεί την Παναγία και ένας τρίτος κρατά θυμιατό, προσδίδοντας στη σκηνή τον χαρακτήρα μιας τελετουργικής αποχαιρετιστήριας πράξης.

Ο Bartolomeo Vivarini, το 1484, φιλοτεχνεί για την Certosa, Μονή της Πάδοβας, τη δική του Κοίμηση της Θεοτόκου. Η Παναγία βρίσκεται νεκρή πάνω στη νεκρική κλίνη, περιτριγυρισμένη από τους Αποστόλους, ενώ πάνω από τη σκηνή ο Χριστός παραλαμβάνει την ψυχή της, αποδοσμένη ως μικρή ανθρώπινη μορφή. Ο Vivarini συνδυάζει έτσι δύο επίπεδα της Κοίμησης: το γήινο, όπου οι Απόστολοι θρηνούν γύρω από το σώμα της Μαρίας, και το ουράνιο, όπου ο Χριστός υποδέχεται την ψυχή της. Ανάμεσα στις μορφές αναγνωρίζονται ο Πέτρος, ο Παύλος και ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, ενώ στα δύο άκρα της σύνθεσης στέκονται οι Άγιοι Λαυρέντιος και Στέφανος.

Ιδιαίτερο συμβολικό βάρος έχει το τοπίο στο βάθος, το οποίο χωρίζεται σε δύο σχεδόν αντίθετες όψεις: στα αριστερά εμφανίζεται γυμνό και άγονο, ενώ στα δεξιά γίνεται πράσινο και ζωντανό. Η αντίθεση αυτή μπορεί να διαβαστεί ως συμβολική μετάβαση από τον θάνατο στη ζωή, ενισχύοντας τη θεολογική ιδέα ότι η Κοίμηση δεν αποτελεί οριστικό τέλος, αλλά πέρασμα προς την αιώνια ζωή.
Ίσως τελικά αυτή να είναι και η βαθύτερη δύναμη της Κοίμησης ως εικαστικού θέματος: ότι η τέχνη, μέσα από διαφορετικές εποχές, τεχνοτροπίες και πολιτισμικά βλέμματα, επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο ερώτημα. Τι συμβαίνει όταν η ζωή συναντά τον θάνατο; Ο Giotto τον μετατρέπει σε ανθρώπινο συναίσθημα, ο Mantegna σε γήινη πραγματικότητα, ο Vivarini συνδέει το επίγειο με το ουράνιο, ο Θεοτοκόπουλος αναζητά τη δική του ισορροπία ανάμεσα στη βυζαντινή παράδοση και τη δυτική ζωγραφική, ενώ ο Βίκτωρ ο Κρης διατηρεί ζωντανή τη θεολογική γλώσσα της Ορθοδοξίας. Διαφορετικές εικόνες, διαφορετικοί αιώνες, διαφορετικοί τρόποι να κοιτάξει κανείς το ίδιο μυστήριο.
Και ίσως γι’ αυτό, κάθε 15 Αυγούστου, η Κοίμηση δεν μοιάζει να ανήκει μόνο στο παρελθόν. Επιστρέφει μέσα από τις εικόνες, τις εκκλησίες, τα πανηγύρια και τις μνήμες μας, όχι ως αναπαράσταση ενός τέλους, αλλά ως υπενθύμιση ενός περάσματος. Η Παναγία, ξαπλωμένη στη σιωπή της κλίνης της ή ανερχόμενη στο φως, παραμένει το πρόσωπο που ενώνει το ανθρώπινο με το θείο. Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η Κοίμησή της εξακολουθεί, αιώνες μετά, να ζωγραφίζεται όχι ως σκοτάδι, αλλά ως φως.
Λαμπρινή Μπενάτση
Δρ. Ιστορικός Τέχνης

