Από τον Ιπποκράτη στο “ό,τι δηλώσεις είσαι”: Ο ψυχίατρος – ψυχοθεραπευτής Δημήτρης Παπαδημητριάδης εξηγεί τις συνέπειες από την αποδόμηση της ιατρικής στην Ελλάδα.
To πλήρες χάος που αποκαλύφθηκε στον χώρο των ιατρικών πρακτικών με αφορμή το θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, οδήγησε στην πλήρη αποδόμηση μιας επιστήμης που υπάρχει όσο και υπάρχει άνθρωπος, με στόχο να σώζει ζωές.
Σκέψου μόνο πως η επιστημονική ιατρική “γεννήθηκε” τον 5ο αιώνα πΧ από τον Ιπποκράτη, ο οποίος αποσυνέδεσε την ασθένεια από τη θεϊκή τιμωρία και εισήγαγε την παρατήρηση, τη διάγνωση, την πρόγνωση και τις ηθικές υποχρεώσεις που αντικατοπτρίζονται στον Ιπποκράτειο Όρκο.
Συντάχθηκε περίπου το 450 πχ. 2.475 χρόνια αργότερα, σε αυτήν τη γωνιά της Γης φτάσαμε να αμφισβητούμε τα πάντα, μεταξύ των οποίων και σημαντικές ιατρικές θεραπείες, όπως η πλασμαφαίρεση, γιατί κάποιοι επέτρεψαν να συμβαίνει για λάθος λόγο (γενική “αποτοξίνωση” και αναζωογόνηση), σε λάθος τόπο (ιατρείο, αντί για νοσοκομείο).
Κάτι ανάλογο ίσχυσε και με την ύπνωση (ή αναδρομική υπνοθεραπεία), την στιγμή πολλά εθνικά συστήματα υγείας (πχ Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Βέλγιο, Ελβετία) την έχουν εντάξει σε εξειδικευμένα τμήματα τους, ως “συμπληρωματική, τεκμηριωμένη θεραπεία”.
Βέβαια, άλλο είναι η κλινική ύπνωση ή υπνοθεραπεία, άλλο ο υπνωτισμός και στο τέλος της ημέρας, καλό είναι να σταματήσουν κάποιοι να παίζουν με τις λέξεις, ώστε να μην μπορεί ο καθένας να είναι ό,τι δηλώνει στην Ελλάδα και έτσι, να παίζει με ανθρώπινες ζωές.
Τι είναι η κλινική ύπνωση
Το NEWS 24/7 επικοινώνησε με τον ψυχίατρο – ψυχοθεραπευτή Δημήτρη Παπαδημητριάδη, για να διευκρινίσει τι ισχύει με την κλινική ύπνωση.
Όπως λέει «έχει έναν περιορισμένο αριθμό ενδείξεων και όταν λέω “περιορισμένο αριθμό ενδείξεων”, αυτό προκύπτει από την επιστημονική μελέτη όπου, αν θέλετε, η αποτελεσματικότητά της επιβεβαιώθηκε ή απορρίφθηκε.
Για παράδειγμα, υπάρχει στην Ελλάδα ως συμπληρωματική θεραπευτική βοήθεια στο ανθεκτικό ευερέθιστο έντερο και σε ορισμένες φοβίες για ιατρικές πράξεις.
Πέραν αυτών όμως, πρέπει να σας ομολογήσω ότι διεθνώς η ύπνωση δεν έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη σε ένα άλλο πλαίσιο.
Για παράδειγμα, δεν έχουμε αποδείξει -και γι’ αυτό δεν δεχόμαστε- ότι αντικειμενικά μπορούμε με την ύπνωση να κάνουμε ανάκληση μνημών από το υποσυνείδητο, το οποίο θα μπορούσε να βοηθήσει με έναν τρόπο τον ασθενή».
Oι υπαρκτοί κίνδυνοι της ανάκλησης μνημών
Ενώ δεν έχει αποδειχθεί πραγματικό όφελος για τον ασθενή, από την ανάκληση μνημών, οι μελέτες για την ύπνωση έχουν αποκαλύψει έναν κίνδυνο.
«Για την αναδρομική υπνοθεραπεία (ή ύπνωση), την οποία επικαλούνται ορισμένοι επαγγελματίες, το Past Life Regression όπως είναι αλλιώς γνωστό, έχει τοποθετηθεί ο μεγαλύτερος επιστημονικός σύλλογος ψυχολογίας στον πλανήτη, η Αmerican Psychological Association (APA).
Eπισημαίνει μάλιστα, κι έναν ειδικό κίνδυνο παραμορφωμένων ή ψευδών αναμνήσεων, όταν η ύπνωση χρησιμοποιείται για ανάκτηση μνήμης».
«Δηλαδή, μπορεί να φυτευτεί, κατά κάποιον τρόπο, μία ψευδομνήμη η οποία δεν είναι στην πραγματικότητα αληθής. Και αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να δημιουργήσει ένα ψυχικό τραύμα».
«Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους δεν συνιστούμε την ύπνωση και δεν αποτελεί ένα εργαλείο πολύ διαδεδομένο στην ψυχοθεραπεία».
Η παρανόηση με τον Φρόυντ που εκμεταλλεύονται επιτήδειοι
Υποθέτω πως γνωρίζεις πως για να επιβεβαιωθεί επιστημονικά οτιδήποτε αφορά την ιατρική, περνάει από πολλές και χρονοβόρες διαδικασίες.
Όλα αρχίζουν από τις πρώτες δοκιμές, όπως αυτές που έκανε ο Σίγκμουντ Φρόυντ με την ύπνωση, τον 19ο αιώνα, τις οποίες επικαλούνται οι υπέρμαχοί της.
«Πολλοί επικαλούνται ιστορικά τον Ζαν-Μαρτέν Σαρκό -πατέρα της σύγχρονης νευρολογίας-, τον Ιππόλυτο Μπερνχάιμ -Γάλλος γιατρός και καθηγητής ιατρικής, ιδρυτής της περίφημης Σχολής του Νανσί- και ο Φρόυντ χρησιμοποιούσαν την ύπνωση».
Συγκεκριμένα, η διαδρομή της ύπνωσης τον 19ο αιώνα πέρασε από τη νευρολογική προσέγγιση του Σαρκό, στην ιδέα της «υποβολής» του Μπερνχάιμ και ενέπνευσαν τον Φρόυντ να ανακαλύψει τη δομή του ανθρώπινου ασυνειδήτου.
Όσοι ωστόσο, επικαλούνται σήμερα τον Φρόυντ «παραλείπουν να αναφέρουν πως την εγκατέλειψε και στράφηκε στην ελεύθερη, συνειρμική μέθοδο που γνωρίζουμε σήμερα ως ψυχανάλυση».
Ο Φρόυντ απομακρύνθηκε γιατί διαπίστωσε πως δεν ήταν όλοι οι ασθενείς δεκτικοί, πως τα θεραπευτικά αποτελέσματα ήταν πρόσκαιρα και τελικά, ήθελε να αντιμετωπίζει ο ασθενής τις αντιστάσεις του με πλήρη συνείδηση. Όχι υπό καθεστώς υποβολής.
«Άρα, η ιστορική χρήση μιας τεχνικής δεν αποτελεί τεκμήριο εγκυρότητας μιας σημερινής εφαρμογής.
Πρέπει να πω επίσης, ότι έχει πραγματική σημασία σε οποιαδήποτε μεθοδολογία χρησιμοποιείται, να λαμβάνονται υπόψη τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα.
Και αυτό το λέω διότι πολλές φορές οι άνθρωποι σκέφτονται, για παράδειγμα περιοριστικών μεθόδων την Ιπποκρατική ιατρική. Ήταν ίσως πολύ πρωτοπόρα αυτά που ειπώθηκαν τότε, αλλά ειπώθηκαν πριν 2.500 χρόνια».
Στο μεσοδιάστημα προέκυψαν “εργαλεία” που επιβεβαιώνουν ή απορρίπτουν παλαιότερες πρακτικές.
Το λάθος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών
Μια από τις αρνητικές και επικίνδυνες συνέπειες όσων αποκαλύπτονται τελευταία για το πώς λειτουργεί η ιατρική στην Ελλάδα, είναι πως άνθρωποι που έχουν ανάγκη από θεραπείες, αλλά αντιστέκονται για τον όποιον λόγο (κυρίως γιατί μπορούν μόνοι και δεν έχουν ανάγκη κανέναν) νιώθουν να δικαιώνονται.
Και έτσι, επιδεινώνουν την κατάσταση τους.
«Έχετε δίκιο σε αυτό που λέτε και είναι η πεμπτουσία εδώ που τα λέμε, όλης αυτής της υπόθεσης. Θέλω λοιπόν, να σας πω λοιπόν το εξής: οι επιστήμονες έχουμε μια πολύ μεγάλη υποχρέωση, έξω από τον επιστημονικό διάλογο, να μην προκαλούμε σύγχυση στην κοινή γνώμη.
Η σύγχυση προκαλείται, για παράδειγμα, με τοποθετήσεις οι οποίες δεν είναι απολύτως ξεκάθαρες, πράγμα που είδαμε να συμβαίνει στην πανδημία, οπότε οι επιστήμονες πιάστηκαν εξ απροόπτου με κάτι καινούργιο.
Αυτή η σχέση δημιουργεί ένα περιθώριο για τη συνωμοσιολογία.
Δημιουργεί επίσης, ένα περιθώριο για την αμφισβήτηση της πραγματικής επιστημονικής μεθόδου και της ιατρικής, η οποία είναι ένας συντεταγμένος επιστημονικός κλάδος, από την κοινή γνώμη.
Αυτό έχει κόστος, γιατί ο άνθρωπος μπορεί να καθυστερήσει να λάβει μια θεραπεία που θα τον βοηθήσει πραγματικά, ακριβώς επειδή μπλεγμένος μέσα σε αυτή τη σύγχυση, μπορεί να καταφύγει σε παραπλανητικές υπηρεσίες ή επίσης να αμφισβητήσει τις σωστές υπηρεσίες.
«Έχουμε λοιπόν, τεράστιο καθήκον εμείς, οι επιστήμονες και οι φορείς μας οι επιστημονικοί, ακόμα και ιατρικοί σύλλογοι, να είμαστε πολύ ξεκάθαροι και να προστατεύουμε τη δημόσια υγεία, με τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούμαστε -και δημόσια-, για ζητήματα τα οποία είναι του αντικειμένου μας».
«Εδώ, ας πούμε, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών κάνει διαρκώς ένα λάθος και το επισημαίνω αυτό τον καιρό πολύ: αφήνει ένα περιθώριο να γίνουν αποδεκτές κάποιες εναλλακτικές μεθοδολογίες, με το σκεπτικό ότι εφαρμόζονται από τα μέλη του.
Δηλαδή από γιατρούς, άρα αυτοί θεωρητικά με έναν υπεύθυνο τρόπο θα μπορούσαν να τις εφαρμόσουν σωστά. Αυτό όμως, δεν είναι ακριβές στην πραγματικότητα, διότι αν δεν υπάρχει ένας πραγματικός έλεγχος, δεν μπορούμε να έχουμε απλώς την εμπιστοσύνη στον έναν.
Και είδατε εδώ πως αυτό αποδείχτηκε στην πράξη, με την επίορκη αυτή γιατρό που ήταν μέλος του Ιατρικού Συλλόγου και τον σύζυγό της, ο οποίος επίσης είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου.
Δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε απλά και μόνο τον έναν λειτουργό εκεί έξω, διότι βλέπετε ότι πολλές φορές μπορεί να πατήσει το Ιπποκρατικό όρκο και δεν θα είχε νόημα αλλιώς, να υπάρχουν πειθαρχικοί μηχανισμοί σε ιατρικούς συλλόγους και αδειοδοτήσεις μηχανημάτων και πρακτικών και ιατρείων και ούτω καθεξής.
Ο καθένας θα έπαιρνε το πτυχίο του, θα άνοιγε το γιατρείο του και ό,τι γίνει».
Θα έβαζε ό,τι ειδικότητα τον βόλευε ή του φαινόταν χρήσιμη, γιατί είναι επικερδής.
Γιατί γινόμαστε ευκολόπιστοι;
Ως το μόνο είδος που ξέρει ότι θα πεθάνει, ο άνθρωπος συνηθίζει να αναπτύσσει και να συντηρεί θεωρίες που βοηθούν στη διαχείριση της πραγματικότητας.
Για παράδειγμα, μας αρέσει να σκεφτόμαστε πως υπάρχει και μετά θάνατον ζωή και άρα, προηγούμενη την οποία μπορούμε να “δούμε”. Σε αυτήν τη λογική βασίζεται και η πεποίθηση πως μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε με το υποσυνείδητο μας.
«Σίγουρα το μεγαλύτερο άγχος που έχει ο άνθρωπος, είναι το άγχος του θανάτου. Είναι το άγχος του τέλους της ζωής και ίσως αυτό το ερώτημα, το υπαρξιακό, το τεράστιο, το πολύ βαθύ του αν υπάρχει και τι υπάρχει μετά το θάνατο.
Είναι γεγονός λοιπόν, ότι μέσα σε αυτή την υπαρξιακή μας αγωνία ενδέχεται να αποδεχτούμε ορισμένες θρησκευτικές, φιλοσοφικές απαντήσεις.
Αυτά όμως, δεν συνιστούν επουδενί επιστήμη, με την έννοια τουλάχιστον ότι όταν έχουμε να θεραπεύσουμε πραγματικά νοσήματα, ψυχικά ή σωματικά οργανικά νοσήματα, δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μια φιλοσοφική μεθοδολογία.
Χρειαζόμαστε μια επιστημονικά τεκμηριωμένη μεθοδολογία.
Αυτά τα δύο, η φιλοσοφική θεώρηση και η πρακτική επιστημονική εφαρμογή που έχει “ψηθεί” μέσα από μελέτες και μετα-αναλύσεις, όπως κάνουμε στην επιστήμη μας, είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα, δύο διαφορετικές κατευθύνσεις».
news247.gr

