Το “μικρό είναι, δεν καταλαβαίνει” κατέστρεψε ψυχές -παιδικές και μετά ενήλικες. Τι αποκαλύπτει η επιστήμη για όσα βλέπουν (και καταγράφουν) τα παιδιά.
Την τελευταία τετρακονταετία έχει αλλάξει, ποικιλοτρόπως, όλος ο κόσμος. Παρ’ όλα αυτά, το mantra των γονιών από όταν ήμουν παιδί έως σήμερα είναι το ίδιο: “μικρό είναι, δεν καταλαβαίνει”.
Δυστυχώς έχει αποδειχθεί ότι καταλαβαίνει περισσότερα από τους ενήλικες.
Μήπως λοιπόν, ήλθε η ώρα να αποδεχθούμε την πραγματικότητα;
Θα ήθελα να βοηθήσω κάπως την κατάσταση, με ευρήματα επιστημονικών ερευνών που προφανώς και δεν ισχύουν σε απόλυτο βαθμό.
Οι ατομικές διαφορές, η ηλικία, η ιδιοσυγκρασία και φυσικά το περιβάλλον παίζουν ρόλο. Σε κάτι που συμφωνούν όλοι οι ερευνητές είναι ότι τα παιδιά είναι ιδιαίτερα συντονισμένοι παρατηρητές του κοινωνικο-συναισθηματικού κόσμου γύρω τους και πολύ συχνά απορροφούν περισσότερες πληροφορίες από ό,τι οι ενήλικες.
Γιατί τα παιδιά απορροφούν περισσότερες πληροφορίες από τους ενηλίκους
Γενικά, τα παιδιά εισπράττουν τις ενέργειες που “βγάζουμε”, παρατηρούν κάθε -μα κάθε- κίνηση την οποία και “καταγράφουν” ως φυσιολογική (γιατί δεν έχουν συγκρίσιμα μεγέθη, αφού δεν έχουν βγει στην κοινωνία να δουν τι άλλο υπάρχει εκεί έξω) και αναπαράγουν.
Μπορεί να παίζουν ή να διαβάζουν (ή να κάνουν οτιδήποτε), αλλά την ίδια ώρα προσέχουν όλα όσα γίνονται γύρω τους. Η αναπτυξιακή έρευνα αποκαλύπτει ότι κατανέμουν την προσοχή τους ευρέως, δίχως να φιλτράρουν τις “σχετικές” πληροφορίες, όπως κάνουμε οι ενήλικες.
Σε πειράματα που δημοσιεύθηκαν στο Psychological Science, φάνηκε ότι τα παιδιά ηλικίας 4 έως 5 ετών ξεπέρασαν τους ενήλικες στην ανίχνευση αλλαγών σε μη στοχευμένα ή άσχετα σχήματα/χαρακτηριστικά.
Οι ενήλικες διέπρεψαν μόνο στα σχετικά στοιχεία, αφού βλέπουν μόνο συγκεκριμένα σημεία μιας “εικόνας” -την στιγμή που τα παιδιά βλέπουν κι έξω από αυτήν, αφού δεν έχουν φίλτρο.
Πώς τα παιδιά «διαβάζουν» τους παλμούς και τις εκρήξεις μας
Δεδομένα, τα παιδιά ανιχνεύουν το άγχος των γονέων ακόμα και όταν οι ενήλικες προσπαθούν να το κρύψουν. Έρευνες διαπίστωσαν πως όταν οι γονείς καταπιέζουν το άγχος, τα παιδιά εμφάνισαν φυσιολογικές αντιδράσει, όπως αλλαγές στον καρδιακό ρυθμό ή την διέγερση.
Παρουσίασαν και συμπεριφορικές αλλαγές που αντικατόπτριζαν την κατάσταση του γονέα. Δηλαδή, διαχειρίζονταν με τον ίδιο τρόπο το άγχος. Ξεφυσάς εσύ; Ξεφυσούν και αυτά. Εκρήγνυσαι; Ομοίως κι εκείνα. Δείχνεις υπομονή; Αυτό κάνουν κι εκείνα.
Άρα, το να λες “δεν έχω κάτι” ή “είμαι μια χαρά” ενώ δεν είσαι, δεν βοηθάει πουθενά. Το παιδί “καθρεφτίζει” το άγχος που του μεταδίδεις από βρεφική ηλικία.
Κάτι άλλο που “αντιγράφει” το παιδί από τους γονείς, είναι το πώς μιλούν για τον εαυτό τους -αν για παράδειγμα, λέμε “είμαι ηλίθιος” ή “καλύτερα να μη φάω αυτό γιατί θα παχύνω” κλπ.- και το πώς φέρονται στους ξένους.
Είσαι αγενής με έναν οδηγό ταξί ή τον/την εκπαιδευτικό τους; Θα μάθουν πως αυτό είναι ΟΚ και θα το κάνουν κι εκείνα.
Οι ανεπαίσθητες εντάσεις που πληγώνουν τη συναισθηματική τους ασφάλεια
Από βρέφη τα παιδιά καταγράφουν τις συγκρούσεις των γονέων τους, τυχόν εχθρότητα ή ένταση, μέσω ανεπαίσθητων ενδείξεων όπως ο τόνος, η γλώσσα του σώματος (πχ το “γύρισμα” των ματιών) ή η αδιαφορία. Δεν γίνονται δηλαδή, αντιληπτοί μόνο οι δυνατοί καβγάδες.
Μελέτες έχουν συνδέσει την έκθεση σε καταστροφικές ή κακώς επιλυμένες γονικές συγκρούσεις με τη συναισθηματική ανασφάλεια των παιδιών, το αυξημένο άγχος (βλ. αύξηση κορτιζόλης), το αρνητικό συναίσθημα και τα προβλήματα προσαρμογής αργότερα.
Τα παιδιά συχνά αισθάνονται πως απειλούνται ή κατηγορούν τον εαυτό τους και δη αν ο καβγάς των γονέων αφορά τα ίδια.
Η αθόρυβη παρατήρηση της γονικής διάθεσης
Τα παιδιά και δη αυτά που έχουν καταθλιπτικούς γονείς, δείχνουν αυξημένη ευαισθησία σε ανεπαίσθητες εκφράσεις προσώπου θλίψης ή αρνητικού συναισθήματος. Η έρευνα δείχνει ότι αντιλαμβάνονται τις γονικές καταστάσεις διάθεσης που οι ενήλικες μπορεί να μην συνειδητοποιούν πλήρως ότι μεταδίδουν. Αυτό μπορεί να είναι προσαρμοστικό (π.χ. παρακολούθηση για πιθανή σκληρότητα), αλλά και να γίνει κουραστικό.
Πώς το δικό μας σώμα γίνεται το δικό τους πρότυπο
Τα παιδιά παρατηρούν τον τρόπο που οι ενήλικες μιλούν για το σώμα τους, αλλά και αυτά άλλων ανθρώπων, σε ό,τι αφορά το βάρος, την εμφάνιση κλπ.
Μελέτες συνδέουν αυτές τις συζητήσεις των γονέων (είτε είναι επικριτικές, είτε αποθεωτικές) και την αντικειμενοποίηση των άλλων, με τις ανησυχίες των παιδιών για την εικόνα του σώματος, την ντροπή, την αυτοεκτίμηση και τις διατροφικές συμπεριφορές.
Παρατηρούν ακόμα και αν οι γονείς τους αποφεύγουν τις φωτογραφίες.
Εν τω μεταξύ, τα μικρά παιδιά -έως την ηλικία του δημοτικού- σχηματίζουν ιδέες για το σώμα εν μέρει από αυτές τις παρατηρήσεις και καταγράφουν αποκλίσεις μεταξύ των λόγων και των πράξεων των γονέων σχετικά με το φαγητό, την άσκηση ή την εμφάνιση.
Όταν οι πράξεις μας ακυρώνουν τα λόγια μας
Τα παιδιά έχουν την τάση να παρακολουθούν τη συνέπεια των λόγων και των πράξεων των γονιών τους. Μπορεί να ακούν από τους φροντιστές τους φράσεις όπως «να είσαι ευγενικός», «ο χρόνος μπροστά σε μια οθόνη είναι κακός», «τα χρήματα δεν είναι το παν», αλλά ο τρόπος που ξοδεύουν τα χρήματα και το χρόνο ή πώς αντιμετωπίζουν εκείνοι τις οθόνες να είναι άρδην διαφορετικός.
Παρατηρούν επίσης, μοτίβα ευνοιοκρατίας, την υποκρισία στους κανόνες και τη συναισθηματική διαθεσιμότητα πιο έντονα από ό,τι περιμένουν πολλοί ενήλικες.
Τα πολύ μικρά παιδιά παρατηρούν κοινωνικό αποκλεισμό ή παραμέληση, όπως έχουν δείξει εγκεφαλικές αντιδράσεις σε βρέφη και μπορούν να βοηθήσουν προληπτικά σε ατυχήματα που δεν έχουν παρατηρήσει ως νήπια.
Όλα τα παιδιά παρατηρούν πότε μια συσκευή “κλέβει” την προσοχή των γονιών τους, οι οποίοι κάνουν πως τα ακούν και πότε είναι πραγματικά παρόντες.

