(Ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ο αέρας στάσιμος, γεμάτος σκόνη και ιδρώτα. Η μυρωδιά της μούχλας σέρνεται στις γωνίες, κολλάει στα ρούχα, στα στόματα, στις σκέψεις. Ο χρόνος έχει πήξει πάνω στους τοίχους, μαζί με την υγρασία. Δύο πολίτες, σκιές του εαυτού τους, ανήσυχες φιγούρες. Δεν ξέρουν πόσο καιρό βρίσκονται εκεί. Μιλούν. Ή νομίζουν ότι μιλούν.)
— Ο αέρας;
— Δεν υπάρχει.
— Υπήρξε;
— Αν είχε υπάρξει, θα το θυμόμασταν.
— Θυμάσαι;
— Όχι.
— Τότε ίσως να υπήρξε.
— Ίσως.
(Παύση. Σκύβουν προς τον τοίχο. Σκέφτονται. Όχι πολύ δυνατά.)
— Το δωμάτιο;
— Είναι εδώ.
— Πάντα ήταν;
— Πάντα.
— Και εμείς;
— Εμείς πάντα εδώ.
— Κάποιοι λένε πως υπάρχει κάτι έξω.
— Ποιοι;
— Δεν ξέρω. Τους άκουσα.
— Ίσως να μιλούσαν στον ύπνο τους.
— Ίσως.
(Παύση. Κοιτάζουν το ταβάνι. Δεν το βλέπουν. Ξέρουν ότι είναι εκεί.)
— Αν υπάρχει κάτι έξω;
— Δεν υπάρχει.
— Αν υπάρχει;
— Δεν θα μας αφήσουν.
— Ποιοι;
— Αυτοί που είναι έξω.
— Αυτοί που μας έβαλαν εδώ.
— Αυτοί που δεν θυμούνται.
(Παύση. Ακούγεται μια μακρινή κραυγή. Οι δύο πολίτες δεν κινούνται. Ακούνε. Δεν μιλούν.)
— Τι ήταν αυτό;
— Τίποτα.
— Αέρας;
— Αν ήταν αέρας, θα τον νιώθαμε.
— Ή μήπως πρέπει να τον φέρουμε;
— Πώς;
— Να σπρώξουμε;
— Δεν υπάρχουν πόρτες.
— Να φωνάξουμε;
— Δεν υπάρχουν αυτιά.
— Να περιμένουμε;
— Να περιμένουμε.
(Σιωπή. Ο χρόνος περνά. Ή δεν περνά. Οι τοίχοι δεν πέφτουν. Οι πολίτες περιμένουν. Κάτι θα συμβεί. Ή δεν θα συμβεί. Και αν δεν συμβεί; Τότε θα περιμένουν. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά.)
— Είπες κάτι;
— Όχι.
— Νόμιζα πως είπες.
— Είπα;
— Ίσως.
— Πρέπει να βγούμε από εδώ.
— Ναι.
— Αλλά δεν μπορούμε.
— Όχι.
— Ίσως αύριο.
— Ναι. Ίσως αύριο.
(Σιωπή. Μια παύση, όχι πολύ μεγάλη. Όχι πολύ μικρή. Ίσα να χωρέσει την ιδέα μιας πιθανότητας.)

