Δεν βρέθηκε σε βιβλιοθήκη, ούτε δίπλα σε νεκρό ως πολύτιμο κτέρισμα. Ένα κομμάτι από την Ιλιάδα του Ομήρου εντοπίστηκε μέσα σε μια μούμια ρωμαϊκής εποχής, ηλικίας περίπου 1.600 ετών, και συγκεκριμένα στην κοιλιακή της χώρα. Το εύρημα μοιάζει σχεδόν απίθανο: ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της αρχαιότητας, όχι φυλαγμένο με τιμές, αλλά μέσα στο σώμα, ως ένα παλιό κομμάτι παπύρου που φαίνεται πως είχε δεύτερη χρήση στη διαδικασία της μουμιοποίησης.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία της ανακάλυψης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί ένα ομηρικό απόσπασμα βρέθηκε μέσα σε μούμια. Είναι τι αποκαλύπτει αυτό για τη ζωή της Ιλιάδας αιώνες μετά τη σύνθεσή της: πώς το έπος ταξίδεψε στον ρωμαϊκό κόσμο, πώς έγινε κοινό σημείο αναφοράς από τη Ρώμη έως την Αίγυπτο και πώς ένα κείμενο υψηλής παιδείας μπορούσε, κάποια στιγμή, να καταλήξει ακόμη και ως ανακυκλωμένο υλικό.
Για να κατανοηθεί η σημασία του ευρήματος, πρέπει να επιστρέψει κανείς στην ίδια την Ιλιάδα — αλλά και σε όσα έγιναν με αυτήν αργότερα, όταν η Ρώμη τη χρησιμοποίησε για να μιλήσει για τη δική της καταγωγή.
Η Τροία, η ήττα, η νέα αρχή
Η Ιλιάδα, το έπος που διαμορφώθηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. και αποδίδεται στον Όμηρο, δεν τελειώνει με νίκη, λύτρωση ή ανοικοδόμηση. Ο Τρωικός Πόλεμος παρουσιάζεται ως μια ιστορία καταστροφής. Το ποίημα κλείνει σε ένα σημείο όπου η Τροία βρίσκεται στο χείλος της οριστικής κατάρρευσης, μέσα σε ένα τοπίο ηρωισμού, πένθους και ερειπίων.
Ωστόσο, για τους μεταγενέστερους Ρωμαίους, αυτή δεν ήταν η τελευταία πράξη της ιστορίας.
Σύμφωνα με τη ρωμαϊκή παράδοση, ένας Τρώας σώθηκε από τη φλεγόμενη πόλη: ο Αινείας, γιος του Αγχίση και της θεάς Αφροδίτης. Ο Αινείας εγκατέλειψε την Τροία κουβαλώντας τον πατέρα του στους ώμους και παίρνοντας μαζί του τους εφέστιους θεούς. Από εκεί ξεκίνησε ένα ταξίδι προς τη Δύση, μέσα από τη Μεσόγειο, που τον οδήγησε στην Ιταλία. Εκεί, σύμφωνα με τη ρωμαϊκή αφήγηση, έγινε ο πρόγονος της Ρώμης.
Η συνέχεια αυτή δεν ανήκει στην ίδια την Ιλιάδα. Διαμορφώθηκε αιώνες αργότερα, κυρίως μέσα από την «Αινειάδα» του Βιργιλίου. Όμως άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο μπορούσε να νοηθεί ο Τρωικός Πόλεμος. Η πτώση της Τροίας δεν ήταν πια μόνο μια ήττα. Έγινε η αρχή μιας νέας ιστορίας, το μυθικό σημείο εκκίνησης της ρωμαϊκής ταυτότητας.
Έτσι, το παρελθόν δεν έμεινε αμετάβλητο. Ξαναδουλεύτηκε μέσα από αφηγήσεις που μπορούσαν να επεκταθούν, να συνδεθούν με νέους τόπους και να υπηρετήσουν νέες πολιτικές και πολιτισμικές ανάγκες.

Σχέδιο της ακρόπολης της Τροίας κατά την ύστερη Εποχή του Χαλκού, περίπου 1300–1109 π.Χ., η οποία αποτυπώνεται με κόκκινο χρώμα. Με μπλε σημειώνονται οι κατασκευές της ρωμαϊκής περιόδου, ενσωματωμένες στην αρχαία οχύρωση με τέτοιο τρόπο ώστε τα σωζόμενα τείχη να λειτουργούν ως θεατρικό σκηνικό «αυθεντικής αρχαιότητας», μετατρέποντας το αρχαιολογικό βάθος σε μια συνειδητά σκηνογραφημένη εμπειρία. University of Tübingen, CC BY-SA, Πηγή: Τhe Conversation
Όταν η ήττα γίνεται καταγωγή
Για τους Ρωμαίους, ο Τρωικός Πόλεμος δεν ήταν απλώς ένας αρχαίος ελληνικός μύθος. Ήταν ένας τρόπος να μιλήσουν για την προέλευσή τους, την εξουσία τους και τη θέση τους στον κόσμο.
Η επίκληση τρωικής καταγωγής δεν ήταν απλή υπόθεση γενεαλογίας. Χρειαζόταν διαρκή πολιτισμική εργασία: ιστορίες, σύμβολα, εκπαίδευση, κοινή γνώση και κείμενα που όλοι οι μορφωμένοι μπορούσαν να αναγνωρίσουν. Η Ιλιάδα πρόσφερε ακριβώς αυτό το υλικό. Πρόσωπα, επεισόδια, γενεαλογίες και ηρωικές μνήμες μπορούσαν να ξαναχρησιμοποιηθούν και να αποκτήσουν νέο νόημα από γενιά σε γενιά.
Σε ολόκληρη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι μορφωμένες ελίτ μάθαιναν Όμηρο. Τον μελετούσαν στο σχολείο, τον παρέθεταν σε λόγους, τον ανέλυαν σε αίθουσες διδασκαλίας και τον χρησιμοποιούσαν ως ένδειξη παιδείας και κύρους. Η γνώση της Ιλιάδας λειτουργούσε σαν κοινή πολιτισμική γλώσσα.
Ένας συγκλητικός στη Ρώμη, ένας δάσκαλος στη Μικρά Ασία ή ένας μαθητής στην Αίγυπτο μπορούσαν να αναγνωρίσουν τις ίδιες σκηνές, τους ίδιους ήρωες και τις ίδιες αναφορές. Το έπος δημιουργούσε ένα κοινό πλαίσιο μνήμης, μέσα στο οποίο άνθρωποι από διαφορετικά μέρη της αυτοκρατορίας μπορούσαν να τοποθετήσουν τον εαυτό τους σε ένα κοινό παρελθόν.
Η Τροία ως τόπος επίσκεψης και πολιτικής μνήμης
Κατά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο, η αρχαία Τροία, στη σημερινή Τουρκία, μετατράπηκε σε σημαντικό προορισμό. Οι αυτοκράτορες επένδυσαν στην ανάπτυξή της, ακριβώς επειδή ο τόπος μπορούσε να συνδεθεί με την υποτιθέμενη τρωική καταγωγή της Ρώμης.
Επί Αυγούστου, η Τροία εντάχθηκε στην πολιτική γλώσσα της αυτοκρατορίας. Δεν ήταν απλώς ένα σημείο του μύθου, αλλά ένας χώρος που μπορούσε να στηρίξει την αυτοκρατορική ιδεολογία. Αργότερα, επί Αδριανού, έγινε μέρος μιας ευρύτερης κουλτούρας ταξιδιού, μνήμης και πολιτιστικής κληρονομιάς.
Ένας επισκέπτης του 2ου αιώνα μ.Χ. δεν θα έβλεπε απλώς ερείπια. Θα έφτανε σε ένα προσεκτικά διαμορφωμένο τοπίο, με λουτρά, χώρους διαμονής και χώρους παραστάσεων. Ένα μικρό θέατρο, το Ωδείο, είχε χτιστεί μέσα στην αρχαία ακρόπολη, έτσι ώστε τα κατάλοιπα της πόλης της Εποχής του Χαλκού —που θεωρούνταν το σκηνικό των θρυλικών μαχών γύρω από την Τροία— να λειτουργούν σαν θεατρικό φόντο.
Ο τόπος, δηλαδή, είχε οργανωθεί έτσι ώστε ο επισκέπτης να αισθάνεται πως περπατά μέσα στο τοπίο του ομηρικού έπους. Ο Τρωικός Πόλεμος αποκτούσε υλική υπόσταση. Δεν ήταν μόνο αφήγηση, αλλά κάτι που παρουσιαζόταν ως ριζωμένο στο ίδιο το έδαφος.

Το Ωδείο της Τροίας, ένα μικρό στεγασμένο θέατρο ενταγμένο στον ιστό της αρχαίας ακρόπολης και κατασκευασμένο στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ρωμαϊκής αναδιαμόρφωσης του αστικού και πολιτισμικού τοπίου του χώρου. University of Tübingen, CC BY-SA, Πηγή: The Conversation
Ο Όμηρος στην Αίγυπτο της Ρώμης
Η Ιλιάδα κυκλοφορούσε σε ολόκληρη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως ζωντανό κείμενο. Αντιγραφόταν, διδασκόταν και διαβαζόταν. Η Αίγυπτος, μία από τις σημαντικότερες επαρχίες της Ρώμης, δεν αποτελούσε εξαίρεση.
Εκεί, όμως, ο Όμηρος βρέθηκε σε ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό περιβάλλον. Η Αίγυπτος δεν ήταν απλώς μια ακόμη ρωμαϊκή επαρχία. Για τους Ρωμαίους παρατηρητές, ήταν ένας τόπος όπου η αρχαιότητα έμοιαζε να διατηρείται όχι μόνο στη μνήμη, αλλά και στην ύλη: σε ναούς, μνημεία και τελετουργικές πρακτικές που τόνιζαν τη συνέχεια με ένα μακρινό παρελθόν.
Ταυτόχρονα, η κοινωνία της ρωμαϊκής Αιγύπτου ήταν βαθιά σύνθετη. Αιγυπτιακές, ελληνικές και ρωμαϊκές παραδόσεις συνυπήρχαν, διασταυρώνονταν και επηρέαζαν η μία την άλλη. Μέσα σε αυτό το υβριδικό περιβάλλον, ο Όμηρος είχε κεντρική θέση στην εκπαίδευση και στην καθημερινή λογοτεχνική κουλτούρα.
Ήταν ένας από τους συγγραφείς που αντιγράφονταν περισσότερο στη ρωμαϊκή Αίγυπτο. Η ανάγνωση και η διδασκαλία του λειτουργούσαν ως δείκτες μόρφωσης και πολιτισμικής ένταξης.
Η Οξύρρυγχος και οι διαφορετικές μνήμες της Τροίας
Η ομηρική εκδοχή του Τρωικού Πολέμου είχε ιδιαίτερη βαρύτητα στους κύκλους της ελληνόφωνης ελίτ, κυρίως σε αστικά κέντρα όπως η Οξύρρυγχος, όπου βρέθηκε η μούμια με το απόσπασμα της Ιλιάδας.
Ωστόσο, η Ιλιάδα δεν ήταν η μόνη εκδοχή του τρωικού μύθου που κυκλοφορούσε στην Αίγυπτο. Υπήρχαν και άλλες παραδόσεις, που έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στην παραμονή του Πάρη και της Ελένης στην Αίγυπτο. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τέτοιες εκδοχές, βασισμένες σε αφηγήσεις Αιγύπτιων ιερέων, και αυτές πιθανότατα ήταν πιο διαδεδομένες στον ευρύτερο αιγυπτιακό πληθυσμό.
Έτσι, ο Τρωικός Πόλεμος δεν είχε μία ενιαία μνήμη. Για την ελληνόφωνη ελίτ, η Ιλιάδα αποτελούσε βασικό κείμενο παιδείας. Για άλλες ομάδες, ο μύθος μπορούσε να συνδεθεί με την Αίγυπτο, με άλλες αφηγήσεις και με διαφορετικές τοπικές παραδόσεις.
Γιατί τοποθετήθηκε εκεί;
Όταν έγινε γνωστή η ανακάλυψη του ομηρικού αποσπάσματος μέσα στη μούμια, η αρχική δημοσιογραφική κάλυψη άφησε να εννοηθεί ότι το κείμενο ίσως είχε επιλεγεί συνειδητά για να συνοδεύσει τον νεκρό. Θα μπορούσε, δηλαδή, να θεωρηθεί ένα προσωπικά σημαντικό αντικείμενο, κάτι που αντανακλούσε την εκπαίδευση, την κοινωνική θέση ή την πολιτισμική ταυτότητα του ανθρώπου που μουμιοποιήθηκε.
Η πιο πειστική εξήγηση, όμως, μπορεί να είναι πολύ πιο πεζή. Και ίσως γι’ αυτό πιο ενδιαφέρουσα.
Φθαρμένοι, κατεστραμμένοι ή άχρηστοι πάπυροι συχνά επαναχρησιμοποιούνταν ως φθηνό υλικό. Το απόσπασμα της Ιλιάδας μπορεί επομένως να μην είχε επιλεγεί για το περιεχόμενό του. Ίσως χρησιμοποιήθηκε απλώς ως γέμισμα, μαζί με άλλα υλικά, και τοποθετήθηκε μέσα στην κοιλότητα του σώματος χωρίς ιδιαίτερη μέριμνα για το τι έγραφε.
Αυτό δεν μειώνει τη σημασία του ευρήματος. Αντίθετα, την κάνει ακόμη πιο αποκαλυπτική. Το γεγονός ότι ένα κομμάτι της Ιλιάδας μπορούσε να καταλήξει ως αναλώσιμο υλικό σε μια μούμια δείχνει πόσο βαθιά είχε μπει ο Όμηρος στην καθημερινότητα της ρωμαϊκής Αιγύπτου.
Η Ιλιάδα δεν ήταν μόνο ένα υψηλό λογοτεχνικό κείμενο για τις μορφωμένες ελίτ. Ήταν και ένα υλικό αντικείμενο: αντιγραφόταν, φθειρόταν, κυκλοφορούσε, πετιόταν και επαναχρησιμοποιούνταν.

Το απόσπασμα παπύρου με χωρίο από την «Ιλιάδα» του Ομήρου. Ignasi-Xavier Adiego. Πηγή: Smithsonian Magazine
Ένα έπος με δεύτερη ζωή
Στον ρωμαϊκό κόσμο, το παρελθόν γινόταν κατανοητό μέσα από διαρκείς συνδέσεις ανάμεσα στην αφήγηση και το μνημείο, στη γενεαλογία και στο βάθος του χρόνου. Ο μύθος, οι τόποι, τα κείμενα και τα υλικά κατάλοιπα δεν λειτουργούσαν χωριστά. Το ένα φώτιζε το άλλο.
Η Ιλιάδα συνέβαλε στη δημιουργία ενός κόσμου όπου διαφορετικά παρελθόντα μπορούσαν να συνδεθούν, να συγκριθούν και να αναδιαμορφωθούν. Μέσα από ιστορίες, τόπους και παραδόσεις που απλώνονταν σε όλη τη Μεσόγειο, οι Ρωμαίοι μετέτρεψαν το παρελθόν σε ένα ευέλικτο εργαλείο. Ένα εργαλείο που μπορούσε να παράγει ταυτότητα, κύρος και αίσθηση του ανήκειν.
Γι’ αυτό και η σημασία της Ιλιάδας δεν περιορίζεται στη λογοτεχνία. Το έπος διαμόρφωσε την εκπαίδευση των ελίτ, αλλά υπήρξε και μέρος μιας ευρύτερης καθημερινής αναγνωστικής κουλτούρας. Στην Τροία, βοήθησε να μετατραπεί ένας αρχαιολογικός χώρος σε τόπο πολιτισμικής μνήμης. Στην Αίγυπτο, κυκλοφορούσε μέσα σε έναν κόσμο όπου ελληνικές, ρωμαϊκές και αιγυπτιακές παραδόσεις συναντιούνταν.
Το απόσπασμα που βρέθηκε μέσα στη μούμια δείχνει και κάτι ακόμη: τα μεγάλα κείμενα δεν επιβιώνουν μόνο ως ιδέες. Επιβιώνουν και ως υλικά αντικείμενα. Ως πάπυροι που αντιγράφονται, περνούν από χέρι σε χέρι, φθείρονται, απορρίπτονται ή χρησιμοποιούνται ξανά με τρόπους που οι αρχικοί αναγνώστες τους δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν.
Το πιο δυνατό συμπέρασμα από αυτή την ανακάλυψη είναι ότι το παρελθόν δεν διατηρείται απλώς ανέπαφο. Φτιάχνεται και ξαναφτιάχνεται διαρκώς — μέσα από τις ιστορίες που λέγονται, τους τόπους που επισκέπτονται οι άνθρωποι και τα υλικά που επιβιώνουν, ακόμη κι όταν έχουν χάσει την αρχική τους χρήση.
*Mε πληροροφορίες από: The Conversation, Κεντρική Φωτογραφία: Πίνακας του Πομπέο Μπατόνι (1753), που απεικονίζει τον Αινεία να εγκαταλείπει τη φλεγόμενη Τροία μαζί με τον πατέρα του, Αγχίση, και τους οικιακούς θεούς, καθώς η άλωση της Τροίας επανανοηματοδοτείται ως η απαρχή ενός ταξιδιού προς την ίδρυση της Ρώμης. Galleria Sabauda.

