Η επιβίβασις του Τάγματος Κατοχής της Κωνσταντινουπόλεως από το ακρωτήρι του Σεράι-Μπουρνού στα βαπόρια που θα το έφερναν στον Βόσπορο, έγινε μέσα σε νέες εκδηλώσεις ενθουσιασμού των αλυτρώτων της Πόλης, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθή και εδώ, κατά χιλιάδας, για να καμαρώσουν τους πολεμιστάς της ελευθέρας πατρίδος. Επεισόδια συγκινητικά, και κάποτε συγκλονιστικά, διαδραματίσθηκαν καθ’ όλη την διάρκεια της επιβιβάσεως των στρατιωτών μας.
Στο εστιατόριο του σταθμού όπου είχαν μπει για να γευματίσουν οι αξιωματικοί του Τάγματος, ένας γέρος, με κάτασπρα μαλλιά, με πατριαρχική φυσιογνωμία, καθόταν σε μιαν άκρη κι’ έβλεπε. Η έκφρασή του έδειχνε άνθρωπο που βρισκόταν σε βαθειά έκσταση. Ήταν ο μόνος που δεν μιλούσε, δεν εζητωκραύγαζε. Στεκόταν ασάλευτος, λες και μαρμάρωσε. Ο διοικητής του Τάγματος Βλαχόπουλος τον πρόσεξε, τον προσκάλεσε κοντά του, να πιη ένα ποτήρι κρασί μαζί με τους αξιωματικούς. Ο γέροντας πλησίασε, πήρε το ποτήρι και το έφερε στα χείλη του ψιθυρίζοντας: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσπο…» Δεν πρόφθασε να τελειώση την ευχή και σωριάσθηκε κάτω αναίσθητος. Παρ’ ολίγο να τον σκοτώση η πατριωτική συγκίνηση.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 25.2.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Αντίστροφες ήταν οι συγκινήσεις που δοκίμαζαν ωρισμένοι Τούρκοι που συνέπεσε να παρευρίσκωνται στις ιστορικές αυτές για τους Έλληνες σκηνές. Ένα από τα πλοία που θα μετέφεραν το Τάγμα στον Βόσπορο ήταν τουρκικό, ανήκε στην εταιρεία Σιρκέκ Χαεριέ. Καπετάνιος του ήταν ένας πρώην αξιωματικός του τουρκικού στόλου, και είχε χρηματίσει μάλιστα μέλος του επιτελείου του περίφημου τουρκικού καταδρομικού «Χαμηδιέ» — αυτού που κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο είχε επιχειρήσει την διαφημισθείσαν «έξοδον από τα Στενά», την καταλήξασαν όμως εις την γνωστήν κωμικοτραγικήν διαδρομήν του εις το Αιγαίον. Αναλογίζεται, λοιπόν, κανείς την ταραχή του Τούρκου πλοιάρχου την στιγμή ιδίως που είδε τους φαντάρους μας να ανεβάζουν στο πρωραίο κατάρτι του πλοίου του μια μεγάλη ελληνική σημαία. Μια νεκρική χλωμάδα είχε απλωθή στην όψη του Τούρκου καπετάνιου που ο τροχός της Μοίρας τον είχε καταδικάσει να μεταφέρη με το καράβι του το τμήμα του πρώτου ελληνικού στρατού που ερχόταν στην Πόλη — ύστερα από 467 χρόνια. Έχει ο καιρός γυρίσματα…

Ας παρακολουθήσουμε όμως την θριαμβευτική αυτή διέλευση του ελληνικού στρατού διά του Βοσπόρου:
«Το τούρκικο καράβι με την πελώρια γαλανόλευκη σημαία στο κατάρτι στρίβει προς το Ντολμά Μπαξέ, το θερινό αυτό Παλάτι των Σουλτάνων, ακολουθούμενο και από τα άλλα πλοία που φέρνουν το Τάγμα. Οι ναύτες των ελληνικών πολεμικών τα οποία ευρίσκονται ήδη αγκυροβολημένα προ των Ανακτόρων του Ντολμά Μπαξέ ξεσπούν σε ενθουσιώδεις ζητωκραυγές, ενώ η μουσική του θωρηκτού Αβέρωφ παιανίζει εθνικά εμβατήρια. Όλα τα σπίτια των λόφων που αποτελούν το Πέραν είναι σημαιοστόλιστα, με γαλανόλευκες. Πού βρέθηκαν αυτές οι μυριάδες κυανόλευκες, πού τις είχαν κρυμμένες στα χρόνια της σκλαβιάς και τις ανέσυραν τώρα για να τις ανεμίσουν πανηγυρικά στο διάβα του ελληνικού στρατού; Ένα από τα μικρά μυστήρια κι’ αυτό, του αδάμαστου αλύτρωτου ελληνισμού… Σημαιοστόλιστες ήσαν και οι ακρογιαλιές του Βοσπόρου, δεξιά κι’ αριστερά. Από ταράτσες και μπαλκόνια και παράθυρα ένας κόσμος έξαλλος κινούσε γαλανόλευκες, κι’ όσοι δεν είχαν σημαίες, κινούσαν μεγάλα λευκά πανιά ή τα μαντήλια τους — μουσκεμένα κι’ όλας από τα δάκρυα της αγνότερης πατριωτικής αγαλλιάσεως. Κύματα κόσμου κατέβαιναν από παντού στις παραλίες. Χιλιάδες ατμάκατοι και βάρκες πλημμύριζαν τώρα τον Βόσπορο. Κι’ από παντού φωνές χαρούμενες, ατέλειωτες, κραυγές θριάμβου, ζητωκραυγές αδιάκοπες που σκέπαζαν κάθε άλλο θόρυβο της πολύβοης Πόλης».

Μέσα σε τέτοια ατμόσφαιρα έφθασαν οι Έλληνες πολεμιστές στο σημείο του προορισμού των. Οι σάλπιγγες μέσα απ’ τα μεταγωγικά πλοία σαλπίζουν το «Εγερτήριο». Το ελληνικό Τάγμα αποβιβάζεται στην ασιατική όχθη του Βοσπόρου, στο Τσιμπουκλή. Λίγο αργότερα, πάνω στο Ανάκτορο του Σουλτάν Αζίζ, κολπίζεται η Γαλανόλευκη στις βοσπορίτισσες αύρες. Αντίκρυ ακριβώς στο Παλάτι αυτό, στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, υψώνεται το Παλάτι του Καλενδέρ. Μέσα σ’ αυτό η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέγραψε την ανεξαρτησία της Ελλάδος στην πίεση του σπαθιού του ’21. Και τώρα να που πάει να ολοκληρωθή εκείνη η πρώτη ιστορική ενέργεια της εθνικής μας αποκαταστάσεως. Να που ο Βόσπορος πλημμυρίζει πάλι από τα ελληνικά χρώματα. Στον Βοσπορίτη γιαλό, κατάντικρυ στο θερινό Παλάτι του Ντολμά Μπαξέ, περήφανος λικνίζεται ο «Αβέρωφ». Κλεισμένα ερμητικά τα παραθυρόφυλλα των δωματίων του Σουλτάνου — για να μην αντικρύζουν οι Τούρκοι αξιωματούχοι των Ανακτόρων το ελληνικό πολεμικό, την ελληνική παρουσία. Κατεβασμένα και τα μυστηριώδη καφάσια (σ.σ. δικτυωτά πλέγματα των παραθύρων). Μα ποιος δεν φαντάζεται πως πίσω από τα σφαλιχτά (σ.σ. κλεισμένα, που περιόριζαν ή δεν επέτρεπαν τη θέα) αυτά καφάσια δεν καρφώνονταν κάποια μάτια κατακόκκινα από θυμό και λύσσα, να ματιάζουν το καράβι μας, που στην φαντασία του τουρκικού λαού έχει πάρει πια όλες τις μορφές των θρύλων;

Μα η ελληνική παρουσία δεν περιορίζονταν εδώ. Κυρίαρχα τα πολεμικά μας πλοία, έτρεχαν την Μαύρη Θάλασσα, την Προποντίδα, το ανατολικό Αιγαίο. Ανοιχτά τα Στενά. Στα Καβάκια —στην έξοδο των Στενών του Βοσπόρου προς την Μαύρη Θάλασσα— τα κανόνια που έκαναν άλλοτε την Ρωσσία να τρέμη, τα κανόνια με τα οποία σφαλούσε (σ.σ. έκλεινε) η Τουρκία τις πόρτες της προς τους θαλασσινούς δρόμους που έφερναν στην Πόλη, τώρα τα αχρήστευε μια ελληνική διμοιρία του Τάγματος. Και πάνω απ’ όλα η εγκατάστασις του Τάγματος αυτού (σ.σ. του λεγόμενου Τάγματος Βλαχοπούλου), που αποτελεί την επισημότερη παρουσία της Ελλάδος μέσα στην καρδιά της οθωμανικής κυριαρχίας. Το Παλάτι του Σουλτάνου, τώρα έδρα του ελληνικού Τάγματος. Το Γραφείο του Σουλτάνου, τώρα γραφείο του Αρχηγού του ελληνικού Τάγματος, που απλώθηκε στον Βόσπορο. Μέσα στο σουλτανικό αυτό γραφείο κάθε πρωί θα παίρνη τώρα ο διοικητής του ελληνικού Τάγματος αναφορά του Τούρκου Διευθυντού της Χωροφυλακής του Βοσπόρου, του αντισυνταγματάρχου Γκαλήπ βέη, γαλλιστί γραμμένη. Ιδού μια από τις αναφορές αυτές:

«Κέντρον Αστυνομίας — Μπέικος.
Α. Π. 483 — 18 Οκτωβρίου 1920.
Εξοχώτατον Κύριον
Διοικητήν των Ελληνικών Στρατευμάτων, εις Μπέικος.
Λαμβάνω την τιμήν να φέρω εις την υψηλήν υμών γνώσιν ότι ουδέν εσημειώθη εις το διαρρεύσαν αυτό εικοσιτετράωρον. Παρακαλώ όπως δεχθήτε, εξοχώτατε, την διαβεβαίωσιν της απολύτου εκτιμήσεώς μου.
Διά τον Διευθυντήν της Αστυνομίας, λοχαγός Σολεϊμάν».
*Άρθρο του διαπρεπούς δημοσιογράφου, ιστορικού ερευνητή και θεατρικού συγγραφέα Γεωργίου Ρούσσου (1910-1984), που έφερε τον τίτλο «Στα σουλτανικά ανάκτορα η γαλανόλευκη» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 1966. Το συγκεκριμένο κείμενο του Ρούσσου, εξέχοντος στελέχους του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, ήταν τμήμα ενός ολόκληρου ιστορικού αφηγήματος που είχε προβληθεί κατ’ αποκλειστικότητα από την εφημερίδα υπό το γενικό τίτλο «Ο Βενιζέλος και η εποχή του – Στην Πόλη και στη Σμύρνη».

Ο Γεώργιος Ρούσσος
Όπως αφηγείται ανωτέρω ο Ρούσσος, το θρυλικό θωρηκτό (για την ακρίβεια, τεθωρακισμένο καταδρομικό) «Γ. Αβέρωφ», η δόξα του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, λικνιζόταν περήφανο στο Βόσπορο το 1920, εν μέσω κλίματος ενθουσιασμού, πατριωτικής συγκίνησης και εθνικής υπερηφάνειας.
Το ναυπηγημένο στο Λιβόρνο της Ιταλίας και αποκτηθέν εν μέρει με χρήματα του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ θωρηκτό είχε φθάσει στην Ελλάδα την 1η Σεπτεμβρίου του έτους 1911. Την ημέρα εκείνη το νεότευκτο θωρηκτό είχε καταπλεύσει στον Σαρωνικό και είχε αγκυροβολήσει στα ανοιχτά της αποβάθρας του Νέου Φαλήρου.
Τον Οκτώβριο του 1912, με την έναρξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, ο «Γεώργιος Αβέρωφ» είχε τεθεί επικεφαλής του Στόλου του Αιγαίου και είχε αποπλεύσει, υπό την άξια ηγεσία του υδραίου υποναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη, με προορισμό τα Δαρδανέλλια.

Ακολούθησαν, σε πρώτη φάση, η κατάληψη της Λήμνου, της Θάσου, της Ίμβρου, του Αγίου Ευστρατίου, της Σαμοθράκης, των Ψαρών, της Τενέδου και της Ικαρίας.

Στο πλαίσιο της δεύτερης φάσης, το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο του 1912, απελευθερώθηκαν η Λέσβος και η Χίος.
Ο «Γεώργιος Αβέρωφ» έμελλε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην περίφημη ναυμαχία της Έλλης, που διεξήχθη στις 3 Δεκεμβρίου 1912.

Η συγκεκριμένη ναυμαχία, καθώς και η επακολουθήσασα ναυμαχία της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913), υπήρξαν καθοριστικής σημασίας για την απελευθέρωση του νησιωτικού συμπλέγματος του Βορείου Αιγαίου, σηματοδότησαν δε την ανατροπή των σχεδίων της Υψηλής Πύλης για τον έλεγχο του Αιγαίου.

Αξιοποιώντας στο έπακρο αφενός τις επιχειρησιακές δυνατότητες του θωρηκτού του και αφετέρου το υψηλότατο φρόνημα των πληρωμάτων του Ελληνικού Στόλου, ο Κουντουριώτης, προικισμένος με τόλμη, πολεμική αρετή και ηγετικά χαρίσματα, έφερε εις πέρας με απόλυτη επιτυχία τη δύσκολη αποστολή του και συνέβαλε αποφασιστικά στη γέννηση ενός μύθου: το θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ» εδραιώθηκε με το πέρασμα των χρόνων στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων ως ο αήττητος «Μπαρμπα-Γιώργης».
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, το θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ» στην Κωνσταντινούπολη (πίνακας του Λυκούργου Κογεβίνα, Συλλογή Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος).

