Όταν παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το Εθνικό Απολυτήριο, το μήνυμα ήταν σαφές. Το Λύκειο θα αποκτούσε ξανά ουσιαστικό ρόλο και η εισαγωγή στα ΑΕΙ θα συνυπολόγιζε τη συνολική πορεία του μαθητή, ώστε το αποτέλεσμα να μη στηρίζεται αποκλειστικά σε ένα τρίωρο εξετάσεων. Η υπόσχεση έμοιαζε με τομή: ένα σχολείο που θα ξαναγίνει σχολείο.
Λίγο αργότερα, η εικόνα έγινε πιο συγκεκριμένη καθώς στο τραπέζι μπήκε ένα σύστημα κλιμακωτής βαρύτητας: 15% από την Α΄ Λυκείου, 35% από τη Β΄ και 50% από τη Γ΄. Οι συγκεκριμένοι συντελεστές παρουσιάστηκαν ως βάση συζήτησης για τον εθνικό διάλογο, αποτυπώνοντας τη λογική ότι και οι τρεις τάξεις του Λυκείου θα συμμετείχαν στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος.
Η κατάργηση της λογικής του «ενός τρίωρου» μετατράπηκε ουσιαστικά σε τριετή αξιολόγηση. Ο μαθητής θα εξεταζόταν σε τρεις διαφορετικές τάξεις, με διαφορετική βαρύτητα κάθε φορά. Η πίεση δεν εξαφανιζόταν· απλώς απλωνόταν στον χρόνο.
Παράλληλα, έγινε σαφές ότι τα θέματα των εξετάσεων θα προέρχονταν από την Τράπεζα Θεμάτων. Όχι ως συμπληρωματικό εργαλείο, αλλά ως βασικό στοιχείο του νέου συστήματος. Το Εθνικό Απολυτήριο δεν παρουσιαζόταν πλέον ως κατάργηση των εξετάσεων, αλλά ως διαφορετική οργάνωσή τους.
Σήμερα, όμως, η εικόνα μεταβάλλεται ξανά. Η υπουργός Παιδείας δήλωσε ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο η Α΄ Λυκείου να μη συνυπολογίζεται τελικά στον εθνικό μέσο όρο που θα χρησιμοποιείται για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, με την αιτιολογία ότι οι μαθητές «δεν είναι ακόμη αρκετά ώριμοι» για αυτή τη διαδικασία.
Η τάξη που αρχικά προβλεπόταν να συμμετέχει με ποσοστό 15% ενδέχεται πλέον να εξαιρεθεί εντελώς από τον τελικό υπολογισμό. Εύλογα, λοιπόν, γεννιέται ένα ερώτημα. Αν η Α΄ Λυκείου θεωρείται ανεπαρκώς ώριμη για να προσμετράται, τι αλλάζει τόσο ουσιαστικά έναν χρόνο αργότερα ώστε η Β ΄ Λυκείου να θεωρείται κατάλληλη; Μια σχολική χρονιά ασφαλώς δεν είναι αμελητέα, όμως η εξήγηση από μόνη της μοιάζει να αφήνει αναπάντητα ερωτήματα.
Ίσως αξίζει να αναζητήσει κανείς μια δεύτερη ανάγνωση της αλλαγής. Στη Μελίσπη, την ψηφιακή βιβλιοθήκη των νέων διδακτικών βιβλίων, προκύπτει ένα στοιχείο που δεν έχει συζητηθεί ιδιαίτερα δημόσια. Το σύστημα των πολλαπλών βιβλίων δεν θα σταματήσει στη Γ΄ Γυμνασίου, αλλά προβλέπεται να επεκταθεί και στην Α΄ Λυκείου, καλύπτοντας όλα τα μαθήματα της τάξης. Τα αντίστοιχα διδακτικά πακέτα της Α΄ Λυκείου ανέρχονται συνολικά σε 37.
Αντίθετα, στη Β΄ και τη Γ ΄ Λυκείου προβλέπονται πολλαπλά βιβλία μόνο για τη Νεοελληνική Γλώσσα. Στα υπόλοιπα μαθήματα, λογικά το βασικό διδακτικό υλικό θα παραμένει κοινό μέσω των βιβλίων του ΔΙΟΦΑΝΤΟΥ.
Η διαφορά αυτή δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα. Αν η Α΄ Λυκείου ενταχθεί στο σύστημα των πολλαπλών βιβλίων, σε αντίθεση με τη Β΄ και τη Γ΄ Λυκείου, όπου πιθανώς με τα μέχρι τώρα δεδομένα, θα προβλέπεται κοινό διδακτικό υλικό στα περισσότερα μαθήματα, πώς θα διασφαλίζεται ένας κοινός εξεταστικός μηχανισμός με θέματα αποκλειστικά από την Τράπεζα Θεμάτων όταν το διδακτικό υλικό μπορεί να διαφοροποιείται από σχολείο σε σχολείο;
Έτσι λοιπόν προκύπτουν δύο διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας αλλαγής. Η επίσημη εξήγηση είναι η ανωριμότητα των μαθητών. Ουσιαστικά όμως, η οργάνωση του διδακτικού υλικού είναι αυτή που βάζει το φρένο.
Έτσι λοιπόν η Κασσάνδρα αναρρωτιέται, αν αυτή η μετατόπιση οφείλεται αποκλειστικά στην «ανωριμότητα» των μαθητών ή αν συνδέεται και με τον τρόπο οργάνωσης του νέου διδακτικού υλικού, ένα ερώτημα που, προς το παρόν, παραμένει ανοικτό. Βέβαια ως την εφαρμογή του νέου μέτρου θα δούμε και ποια άλλη αλλαγή μπορεί να υπάρξει.
ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ

