Τέτοιες ημέρες περίπου πριν από 31 χρόνια η Βουλή των Ελλήνων κύρωσε την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (Νόμος 2321/1995, ΦΕΚ Α΄136/23.06.1995), μια εμβληματική διεθνή συμφωνία που μετά από διαπραγματεύσεις εννέα ετών κωδικοποίησε για πρώτη φορά σε έναν ενιαίο κείμενο κανόνες με προϊστορία αιώνων σε ένα σύνταγμα των ωκεανών.
Η Σύμβαση, στην τελική διαμόρφωση της οποίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο η ελληνική διπλωματία ιδίως στο πρόσωπο του Θεόδωρου Χαλκιόπουλου, επιτρέπει στα παράκτια κράτη να επεκτείνουν μονομερώς την αιγιαλίτιδά τους ζώνη (αυτό που ο πολύς κόσμος ξέρει ως χωρικά ύδατα) μπορεί να επεκταθεί μονομερώς έως τα 12 μίλια από τις γραμμές βάσης.
Δυο παρατηρήσεις: Πρώτον, η κήρυξη του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης είναι μια από τις πέντε μόνο μονομερείς κινήσεις που επιτρέπει η Σύμβαση. Δεύτερον, η αιγιαλίτιδα ζώνη μπορεί να πάει έως τα 12 μίλια, όχι υποχρεωτικά στα 12 μίλια. Το 1995, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε καμία πρόθεση για την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στις ελληνικές ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας.
Η Τουρκία θορυβήθηκε
Παρά ταύτα, η γειτόνισσα θορυβήθηκε. Η Τουρκία είχε ήδη επιδιώξει να επηρεάσει το περιεχόμενο συγκεκριμένων διατάξεων της Σύμβασης (πχ για το καθεστώς των νήσων) χωρίς ξεχωριστή επιτυχία. Δεδομένης και της έντονης ελληνικής συνεισφοράς στην διαδικασία της διαπραγμάτευσης, όταν έφθασε η ώρα να κλείσει το κείμενο η Τουρκία αισθάνθηκε τόσο ανασφαλής ώστε αρνήθηκε να υπογράψει και προφανώς να επικυρώσει την Σύμβαση. Όταν έφθασε και η ώρα, με σοβαρή καθυστέρηση, η Ελλάδα να κυρώσει με νόμο και τελικώς να επικυρώσει την Σύμβαση, η Τουρκία θεώρησε ότι είναι πλέον σε σοβαρά μειονεκτική θέση.
Το ψήφισμα για το casus belli
Ως αποτέλεσμα, η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση θεώρησε σκόπιμο να υιοθετήσει ψήφισμα, στο οποίο ρητώς αναφέρονται τα εξής:
«…Η Τουρκία έχει ζωτικά συμφέροντα στο Αιγαίο. Η τουρκική εθνοσυνέλευση, αν και ελπίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θα αποφασίσει την επέκταση των χωρικών υδάτων της στο Αιγαίο πέραν των έξι μιλίων, κατά τρόπο που θα διαταράξει την ισορροπία που καθορίσθηκε στη Λωζάνη, αποφάσισε να εκχωρήσει στην τουρκική κυβέρνηση όλες τις αρμοδιότητες, περιλαμβανομένων και αυτών που θα κριθούν αναγκαίες από στρατιωτική άποψη, για τη διατήρηση και υπεράσπιση των ζωτικών συμφερόντων της χώρας μας. Ακόμη δε, αποφάσισε να γνωστοποιήσει την εκχώρηση αυτή, με φιλικά αισθήματα στην ελληνική και την παγκόσμια κοινή γνώμη».
Σαφής απειλή χρήσης βίας το casus belli
Η εν λευκώ εξουσιοδότηση για την ανάληψη κάθε αρμοδιότητας ακόμη και αυτών που θα κριθούν αναγκαίες από στρατιωτική άποψη συνιστά αυτό που πολλές δεκαετίες τώρα αναφέρεται στον δημόσιο λόγο ως casus belli. Δεν είναι – και δεν μπορεί να είναι – τίποτα άλλο από μια σαφή απειλή χρήσης βίας, εάν η Ελλάδα αποφασίσει την επέκταση των χωρικών της υδάτων πέραν των έξι μιλίων, απειλή που ρητώς απαγορεύεται από το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ (: Όλα τα Μέλη θα απέχουν στις διεθνείς τους σχέσεις από την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ασυμβίβαστο με τους Σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών).
Και παρά τις πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου προέδρου με σαφή τάση υποβάθμισης της απειλής, ως τέτοια εκλαμβάνεται δεκαετίες τώρα και από τις δυο πλευρές. Κατά καιρούς και ιδίως στο πλαίσιο της μακράς προσπάθειας διαβουλεύσεων μεταξύ των δυο μερών, το θέμα τίθεται στο τραπέζι. Η απάντηση, όμως, παραμένει σταθερή με δυο αιτιολογίες: αφενός, πρόκειται για απόφαση του κοινοβουλίου, την οποία η Τουρκική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να επηρεάσει (η αρχή της δεδηλωμένης είναι άραγε άγνωστη στην γειτόνισσα;) και, αφετέρου, υπάρχει ουσιώδης δικαιολογητικός λόγος για την ύπαρξη αυτής της προειδοποίησης, η οποία αποτελεί σταθερή αναφορά σε όλες τις συζητήσεις.
Η επίκληση στη Συνθήκη της Λωζάνης
Η τουρκική πλευρά επικαλείται την Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, την οποία κατά τα λοιπά επιχειρεί να ανατρέψει με το εξής σκεπτικό, όπως αυτό σημειώνεται στο ψήφισμα:
«Οι ισορροπίες στην κοινή θάλασσα του Αιγαίου μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδος έχουν καθορισθεί με τη Συνθήκη της Λωζάνης της 24ης Ιουλίου 1923. Κατά την ημερομηνία αυτή τα χωρικά ύδατα και των δύο χωρών καθορίστηκαν ως 3 ναυτικά μίλια. Η Ελλάδα την 8η Οκτωβρίου 1936, επεκτείνοντας τα χωρικά της ύδατα στα έξι μίλια, απέκτησε το 43,68% του Αιγαίου, ενώ τα τουρκικά χωρικά ύδατα στο Αιγαίο, που επεκτάθηκαν σε 6 μίλια το 1964, αντιστοιχούν περίπου στο 7% του Αιγαίου. Η Ελλάδα, τελευταίως, εξέφρασε την επιθυμία να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια, επωφελούμενη από ορισμένες διατάξεις της Συμβάσεως για το Δίκαιο της Θάλασσας, οι οποίες αναφέρονται, κατ’ αρχήν, σε ανοιχτές (δηλ. μη περίκλειστες) θάλασσες και ωκεανούς. Σε περίπτωση που αυτό πραγματοποιηθεί, η Ελλάδα θα έχει στην κυριαρχία της το 72% του Αιγαίου. Δεν είναι δυνατόν να αποδεχθεί η Τουρκία ότι θα διεξάγει τη θαλάσσια επικοινωνία της με τις ανοιχτές θάλασσες και τους ωκεανούς διά μέσου των ελληνικών χωρικών υδάτων.»
Προσπάθεια να παγώσει το δίκαιο της θάλασσας
Επιχειρεί, με άλλα λόγια, να παγώσει το δίκαιο της θάλασσας στην κατάσταση που αυτό βρισκόταν έναν αιώνα πριν, παρά το γεγονός ότι η ίδια έχει πολλαπλώς συμπράξει στην εξέλιξή του, συμμετέχοντας στη διαπραγμάτευση και υιοθετώντας πλήθος κειμένων που αναφέρονται στην διαρκή επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης κατά τον διαδραμόντα χρόνο.
Η ίδια η Τουρκία, άλλωστε, έχει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 μιλίων στον Εύξεινο Πόντο και στη Μεσόγειο, ενώ έχει διατηρήσει τα έξι ναυτικά μίλια στο Αιγαίο – δύσκολα διακρίνει κανείς την ευλαβική προσήλωση στα τρία μίλια της Λωζάνης, όπως θα ήθελε να μας κάνει να πιστέψουμε.
Είτε θεωρήσει κανείς ότι έχει δημιουργηθεί ένας νέος εθιμικός κανόνας στο δίκαιο της θάλασσας, που προσδιορίζει το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης ως τα 12 μίλια, όπως δέχονται όλα τα κράτη της γης, είτε διαβάσει τις διατάξεις της Σύμβασης της Λωζάνης υπό το φως της επιγενόμενων νέων συμφωνιών ή πρακτικής των κρατών ή νέων κανόνων κατά το (εξίσου εθιμικό) άρθρο 31(3) της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, η ουσία παραμένει ότι η Τουρκία έχει πολλαπλές φορές αποδεχθεί την εθιμική επέκταση του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης και είναι σχεδόν αστείο να επικαλείται εκ των υστέρων και παρά τη δική της πρακτική μια απολιθωμένη ζώνη στο Αιγαίο, χαμένη στις αράχνες του παρελθόντος.
Αντί να παλεύει ένα εξεζητημένο και τελικά χαμένο νομικό επιχείρημα, είναι νομίζω πολύ κομψότερο να πει ευθέως ότι την ανησυχεί η (πάντως απολύτως νόμιμη) πιθανότητα να μετατραπεί το Αιγαίο σε ελληνική λίμνη και να θέσει το θέμα καλοπίστως στο τραπέζι των συζητήσεων των δυο μερών.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η άρση του casus belli θα συνδράμει αποφασιστικά στην βελτίωση του κλίματος μεταξύ των δυο χωρών, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται τόσο σε διμερές επίπεδο όσο και πλαίσιο της αμυντικής και λοιπής συνεργασίας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΝΑΤΟ.
Τα ελληνικά 12 μίλια δεν θα ενοχλήσουν μόνο την Τουρκία
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι θα πρέπει η Ελλάδα αύριο το πρωί να κηρύξει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 μιλίων παντού στο Αιγαίο. Και τούτο γιατί μια ελληνική λίμνη δεν θα ενοχλήσει μόνο την γειτόνισσα. Τα νερά του Αιγαίου είναι ταυτόχρονα και η μοναδική διέξοδος προς την ανοικτή θάλασσα και όλων των λοιπών παρευξείνιων κρατών: της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, που είναι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση· της Ουκρανίας που πολεμά έναν πόλεμο επιβίωσης και ταυτόχρονα προστασίας της Δύσης· της Γεωργίας, με την οποία μας συνδέουν πανάρχαιοι δεσμοί· ακόμη και της Ρωσίας, με την οποία το εμπόριο δεν έχει σταματήσει με προφανή οφέλη για τη ναυτιλία μας.
Όλοι αυτοί και φυσικά όλες οι λοιπές χώρες του πλανήτη, των ΗΠΑ συμπεριλαμβανομένων, ασφαλέστατα προτιμούν να κινούνται τα πλοία τους στους έστω περιορισμένους θύλακες ανοικτής θάλασσας στο Αιγαίο παρά να κινούνται με καθεστώς αβλαβούς διέλευσης μέσα στην ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη, γνωρίζοντας ότι η Ελλάδα θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να διακόψει τον πλου τους δηλώνοντας ότι διαταράσσουν την ειρήνη, την τάξη και την ασφάλεια της, κατά το (εθιμικό) άρθρο 19 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Κανείς λόγος δεν υπάρχει να μετατρέψει κανείς σταθερούς και παλαιούς φίλους σε εχθρικώς διακείμενους δρώντες όταν μπορεί να διευκολύνει το διεθνές εμπόριο προς το κοινό όφελος. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι όταν η Ελλάδα κύρωσε την Σύμβαση επιφυλάχθηκε να δημιουργήσει διόδους στα στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας μεταξύ των νησιών, στα οποία η διέλευση ουδέποτε αναστέλλεται – ούτε είναι τυχαίο ότι στις ατέλειωτες διμερείς συναντήσεις, η συζήτηση περιστρεφόταν προς μια λελογισμένη επέκταση του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Αιγαίο, ενδεχομένως περί τα 9 μίλια, με ανάλογη προσαρμογή του εύρους του εναερίου χώρου. Γιατί οι φίλοι συνομιλούν, αντιλαμβάνονται τις προκλήσεις της γεωγραφίας τους, επιδεικνύουν ενσυναίσθηση και καταλήγουν σε λύσεις σταθερές και αμοιβαίως επωφελείς.
*Η Μαρία Γαβουνέλη είναι καθηγήτρια διεθνούς δικαίου στη Νομική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, υποδιευθύντρια του Κέντρου Ερευνών για το Διεθνές Δίκαιο – Athens PIL και μέλος του ΔΣ του ΕΛΙΑΜΕΠ

