Η στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, με τις επιχειρήσεις του Ισραήλ και των ΗΠΑ εναντίον στόχων στο Ιράν, ανοίγει μια περίοδο επικίνδυνης αστάθειας. Μια σύγκρουση που μπορεί να ξεκίνησε ως περιφερειακή, όμως οι επιπτώσεις της απλώνονται ήδη πολύ πέρα από τα σύνορα της περιοχής. Ανεξάρτητα από το πώς αξιολογεί κανείς το ιρανικό καθεστώς, οι μονομερείς στρατιωτικές ενέργειες χωρίς σαφή διεθνή νομιμοποίηση δημιουργούν ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Η ιστορία έχει δείξει ότι όταν η ισχύς αντικαθιστά τη διπλωματία, οι κρίσεις δεν λύνονται, απλώς μεταφέρονται στο επόμενο μέτωπο.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου δεν είναι μια μακρινή υπόθεση. Και σε αυτή τη μετατόπιση, η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Η ενεργοποίηση του δόγματος του ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας–Κύπρου και η παρουσία ελληνικών φρεγατών και μαχητικών F-16 προς ενίσχυση της κυπριακής άμυνας υπενθύμισε κάτι που για χρόνια είχε ξεχαστεί: ότι η ασφάλεια της Κύπρου είναι και ευρωπαϊκή υπόθεση. Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες όπως η Γαλλία ενισχύουν την παρουσία τους στην περιοχή, η Βρετανία διατηρεί ήδη ισχυρές δυνάμεις και άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξετάζουν πιο ενεργό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, φαίνεται να διαμορφώνεται μια ευρωπαϊκή «ομπρέλα» στα νοτιοανατολικά σύνορα της ηπείρου.
Ωστόσο κάθε γεωπολιτική κρίση έχει και οικονομική αντανάκλαση. Με την πρώτη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, οι διεθνείς τιμές ενέργειας άρχισαν να ανεβαίνουν. Το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, τα ναύλα και οι μεταφορές αντιδρούν σχεδόν ακαριαία σε κάθε ένταση στον Περσικό Κόλπο. Συχνά όμως οι αυξήσεις δεν προκύπτουν μόνο από πραγματικές ελλείψεις. Προκύπτουν από προσδοκίες της αγοράς, από χρηματιστηριακές αντιδράσεις και σε αρκετές περιπτώσεις, από καθαρή κερδοσκοπία. Οι αγορές προεξοφλούν την κρίση πριν ακόμη αυτή εμφανιστεί στην πραγματική οικονομία.
Και κάπου εκεί αρχίζει η ελληνική πραγματικότητα. Στην Ελλάδα κάθε διεθνής κρίση ενεργοποιεί έναν γνώριμο μηχανισμό κοινωνικής αντίδρασης. Το λεγόμενο «κατοχικό σύνδρομο» δεν είναι απλώς ένας όρος, είναι η συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας που έχει ζήσει πολέμους, κατοχές και εθνικές κρίσεις. Έτσι, με την πρώτη είδηση διεθνούς έντασης εμφανίζονται εικόνες που μοιάζουν σχεδόν τελετουργικές: ουρές στα πρατήρια καυσίμων, ανησυχία για ελλείψεις, ακόμα και βιαστικές αγορές βασικών προϊόντων.
Την ίδια στιγμή ενεργοποιείται και ένας άλλος μηχανισμός, λιγότερο ψυχολογικός και περισσότερο οικονομικός. Η κερδοσκοπία. Οι αυξήσεις στις τιμές καυσίμων και προϊόντων εμφανίζονται συχνά με ταχύτητα που δεν δικαιολογείται από την πραγματική αγορά. Λες και το πετρέλαιο ταξιδεύει από τον Περσικό Κόλπο μέχρι την ελληνική αντλία μέσα σε λίγες ώρες. Η εμπειρία δείχνει ότι σε κάθε διεθνή κρίση ένα μέρος της αγοράς σπεύδει να προεξοφλήσει το χειρότερο σενάριο και να το μετατρέψει άμεσα σε αυξημένο κόστος για τον πολίτη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Ισπανία, για παράδειγμα, επέλεξε να κρατήσει πιο επιφυλακτική στάση απέναντι στη στρατιωτική κλιμάκωση, επιμένοντας στην ανάγκη σεβασμού του διεθνούς δικαίου. Η επιλογή αυτή ανέδειξε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό δίλημμα: πώς μπορεί η Ευρώπη να παραμείνει σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών χωρίς να εγκαταλείψει τη δική της στρατηγική αυτονομία.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο κόσμος βρίσκεται σε μια περίοδο μεγάλων ανακατατάξεων. Οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται και η Ευρώπη φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί πλέον να παραμένει θεατής. Για την Ελλάδα, που βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, οι εξελίξεις αυτές δεν είναι απλώς διεθνείς ειδήσεις. Μεταφράζονται άμεσα σε οικονομική πίεση, κοινωνική ανησυχία και πολιτικές επιλογές.
Και κάπως έτσι, μια σύγκρουση χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μπορεί να φτάσει μέχρι την καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας. Από τις γεωπολιτικές αποφάσεις στον Περσικό Κόλπο, μέχρι την τιμή που γράφει η αντλία στο πρατήριο της γειτονιάς.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν οι διεθνείς δυνάμεις θα επιλέξουν τον δρόμο της αποκλιμάκωσης και της διπλωματίας ή αν η λογική της στρατιωτικής ισχύος θα συνεχίσει να καθορίζει τις εξελίξεις.
Η ιστορία έχει δείξει ότι όταν η ισχύς υποκαθιστά τη νομιμότητα, οι κρίσεις δεν κλείνουν, απλώς μετατίθενται στο επόμενο μέτωπο.
Βασίλης Σπαντούρος
Εφημερίδα POLIS

