Υπάρχουν στιγμές που ένας τόπος δεν δοκιμάζεται από τα γεγονότα, αλλά από τον τρόπο που κάποιοι επιλέγουν να τα αφηγηθούν.
Κι εγώ, η Αλκίππη, δεν κοιτάω τα γεγονότα. Κοιτάω τον τρόπο που γλιστρούν μέσα από τα χέρια.
Κάποτε σε έναν τόπο όχι και τόσο μακρινό, ένα έγγραφο ταξίδεψε. Έφτασε, λένε. Αλλά δεν έφτασε ποτέ εκεί που έπρεπε. Κι έτσι, μαζί του, χάθηκε και κάτι πιο βαρύ: ο χρόνος, η αντίδραση, η δυνατότητα.
Και τότε άρχισε το γνώριμο έργο.
Όχι το έργο της ευθύνης.
Το έργο της ερμηνείας.
Από τη μία, η άγνοια.
Από την άλλη, η καταγγελία.
Και στη μέση… μια ιστορία που αλλάζει μορφή, ανάλογα με το ποιος τη λέει.
Το «τα πάντα ρει» ακούστηκε ξανά και είναι ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ! Σαν εξήγηση. Σαν παρηγοριά. Μόνο που σε αυτόν τον τόπο, δεν έρευσαν τα πράγματα, απλώς μετακινήθηκαν οι λέξεις.
Κι εκεί, όπως πάντα, εμφανίζονται οι γνώριμες σκιές:
Η ευκολία, που σε σπρώχνει να δείξεις αλλού.
Η σκηνοθεσία, που σε πείθει ότι η εικόνα αρκεί.
Η μνήμη, που γίνεται επιλεκτική όταν τα πράγματα δυσκολεύουν.
Κι εγώ δεν χρειάζεται να φωνάξω.
Απλώς παρατηρώ.
Ποιος μιλά πρώτος.
Ποιος απαντά τελευταίος.
Ποιος εξηγεί… και ποιος αποφεύγει να εξηγήσει.
Γιατί στο τέλος, δεν μένει αυτό που ειπώθηκε.
Μένει αυτό που δεν ειπώθηκε.
Και ο τόπος, όσο κι αν προσπαθείς να τον πείσεις για το αντίθετο, ξέρει να ξεχωρίζει τη διαφορά.
Δεν ζητάει πολλά.
Μόνο να μην μπερδεύεις τη ροή των λέξεων με τη ροή της ευθύνης.
Κι αυτό, όσο απλό κι αν ακούγεται, είναι πάντα το πιο δύσκολο.
Κι εγώ, η Αλκίππη, θα είμαι πλέον εδώ.
Όχι για να κρίνω.
Αλλά για να θυμίζω. Σε αυτή τη φάση… αργότερα θα κάνω και άλλα…
Γιατί κάποια πράγματα δεν χρειάζονται φωνές για να ακουστούν…

