Η απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας έκλεισε, τουλάχιστον δικαστικά, μια υπόθεση που παραμένει ορθάνοιχτη πολιτικά και κοινωνικά.
Το ΣτΕ έκρινε ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους δεν παραβιάζει ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με απλά λόγια, το δικαστήριο δεν υποχρεώνει το κράτος να επαναφέρει τον 13ο και τον 14ο μισθό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το κράτος απαγορεύεται να τους επαναφέρει.
Και εδώ ακριβώς τελειώνει η νομική συζήτηση και αρχίζει η πολιτική. Γιατί το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η κυβέρνηση υποχρεώνεται να δώσει πίσω τα δώρα. Το ερώτημα είναι αν θέλει.
Και κυρίως αν θεωρεί φυσιολογικό, δεκαέξι χρόνια μετά την έναρξη των περικοπών και δεκατέσσερα χρόνια μετά την οριστική κατάργησή τους, εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι του Δημοσίου να εξακολουθούν να αμείβονται με 12 μισθούς, την ώρα που στον ιδιωτικό τομέα ο εργαζόμενος δικαιούται δώρο Χριστουγέννων ίσο με έναν μηνιαίο μισθό, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας, δηλαδή στην πράξη 14 μισθολογικές καταβολές.
Ας θυμηθούμε πρώτα τι ακριβώς κόπηκε
Η ιστορία δεν ξεκίνησε το 2012. Το 2010, στην κορύφωση της δημοσιονομικής κρίσης, τα δώρα των δημοσίων υπαλλήλων είχαν ήδη πετσοκοπεί. Με τον ν. 3845/2010, το δώρο Χριστουγέννων περιορίστηκε στα 500 ευρώ, το δώρο Πάσχα στα 250 ευρώ και το επίδομα αδείας στα 250 ευρώ, με εισοδηματικούς περιορισμούς. Σύνολο: έως 1.000 ευρώ τον χρόνο.
Δηλαδή ακόμη και τότε δεν μιλούσαμε πλέον πραγματικά για δύο επιπλέον μισθούς. Και ύστερα ήρθε ο ν. 4093/2012. Από 1ης Ιανουαρίου 2013 τα επιδόματα καταργήθηκαν ολοκληρωτικά.
Μηδέν Χριστούγεννα.
Μηδέν Πάσχα.
Μηδέν επίδομα αδείας.
Και το «προσωρινό» μέτρο μιας χώρας σε κατάσταση έκτακτης δημοσιονομικής ανάγκης μετατράπηκε τελικά σε μια πραγματικότητα που διαρκεί μέχρι σήμερα.
Πόσα χρήματα συζητάμε;
Εδώ τα μεγέθη έχουν σημασία. Σε κοινοβουλευτική συζήτηση για την επαναφορά των δώρων είχε αναφερθεί, βάσει έκθεσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, συνολικό κόστος περίπου 2,1 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ άλλες κυβερνητικές εκτιμήσεις έχουν ανεβάσει τη συνολική μισθολογική επιβάρυνση κοντά στα 3 δισ. ευρώ.
Ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη ποιος έχει δίκιο στην ακριβή κοστολόγηση. Ας κρατήσουμε το μέγεθος. Μιλάμε για δισεκατομμύρια ευρώ εισοδήματος κάθε χρόνο. Και εδώ γίνεται συνήθως το μεγαλύτερο λάθος στη δημόσια συζήτηση. Παρουσιάζουμε αυτά τα χρήματα αποκλειστικά ως «κόστος για το Δημόσιο». Λες και την επομένη της καταβολής τους θα άνοιγε η γη και θα τα κατάπινε.
Δεν λειτουργεί έτσι η οικονομία. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των χρημάτων επιστρέφει αμέσως στο κράτος μέσω φόρου εισοδήματος, ασφαλιστικών εισφορών και ΦΠΑ. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που σε σχετική κοινοβουλευτική κοστολόγηση είχε υποστηριχθεί ότι από τα 2,1 δισ. ευρώ της ονομαστικής δαπάνης, η καθαρή δημοσιονομική επιβάρυνση, μετά τις επιστροφές μέσω φόρων και εισφορών και τις επιδράσεις στην κατανάλωση, θα ήταν αισθητά χαμηλότερη.
Και το υπόλοιπο; Πηγαίνει στην αγορά.
Γιατί ο 13ος και ο 14ος μισθός δεν ήταν λεφτά σε ένα συρτάρι
Τι έκανε ο μέσος εργαζόμενος με το δώρο Χριστουγέννων; Έκανε τις αγορές των Χριστουγέννων. Έπαιρνε ρούχα στα παιδιά. Άλλαζε μια ηλεκτρική συσκευή. Έφτιαχνε κάτι στο σπίτι. Πλήρωνε υποχρεώσεις. Πήγαινε μερικές ημέρες διακοπές. Έβγαινε για φαγητό. Τι έκανε με το δώρο Πάσχα; Κατανάλωση. Τι έκανε με το επίδομα αδείας; Διακοπές, ακτοπλοϊκά, βενζίνη, ξενοδοχεία, εστίαση, τοπικές επιχειρήσεις.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να ισχυριστεί κανείς ότι «το 100%» των δώρων κατέληγε στην αγορά. Δεν υπάρχει σοβαρή στατιστική βάση για έναν τέτοιο απόλυτο αριθμό.
Υπάρχει όμως κάτι πολύ πιο ισχυρό: τα πραγματικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας. Το 2012, μέσα στη γενικευμένη μείωση μισθών, απασχόλησης και διαθέσιμου εισοδήματος, η ιδιωτική κατανάλωση υποχώρησε κατά 9,1%. Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 9,6% σε έναν χρόνο. Η Τράπεζα της Ελλάδος συνέδεε ευθέως την πτώση της κατανάλωσης, μεταξύ άλλων, με τη μείωση των αποδοχών και της απασχόλησης και την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης.
Την ίδια χρονιά ο όγκος του λιανικού εμπορίου κατέρρευσε κατά 12,2%.
Οι πωλήσεις σε τρόφιμα, ποτά και καπνό μειώθηκαν κατά 9%.
Στην ένδυση και την υπόδηση η πτώση έφτασε το 20,6%.
Στα έπιπλα, ηλεκτρικά είδη και οικιακό εξοπλισμό το 16,3%.
Φυσικά θα ήταν οικονομικά λανθασμένο να αποδώσουμε αυτή την κατάρρευση αποκλειστικά στην περικοπή των δώρων των δημοσίων υπαλλήλων. Η Ελλάδα βρισκόταν σε βαθιά ύφεση, με ανεργία, φορολογική πίεση, περιορισμό της χρηματοδότησης και γενικευμένες περικοπές.
Αλλά θα ήταν εξίσου παράλογο να υποστηρίξει κανείς ότι η αφαίρεση δισεκατομμυρίων ευρώ διαθέσιμου εισοδήματος από εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες δεν επηρέασε την κατανάλωση και την αγορά.
Τα λεφτά του μισθωτού έχουν ένα πολύ συγκεκριμένο χαρακτηριστικό: κυκλοφορούν. Και όταν κυκλοφορούν, γίνονται τζίρος για το μαγαζί της γειτονιάς, έσοδο για την ταβέρνα, διανυκτέρευση για το ξενοδοχείο, δουλειά για τον τεχνίτη, ΦΠΑ για το κράτος και εισόδημα για έναν άλλο εργαζόμενο.
Και σήμερα; 920 ευρώ και 14 μισθοί από τη μία – 12 μισθοί από την άλλη
Από την 1η Απριλίου 2026 ο κατώτατος μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 920 ευρώ. Την ίδια στιγμή, τα μισθολογικά κλιμάκια του Δημοσίου αυξήθηκαν οριζόντια κατά 40 ευρώ τον μήνα, μετά τα 30 ευρώ του 2025 και τα 70 ευρώ του 2024. Καλώς έγιναν οι αυξήσεις. Αλλά υπάρχει μια αριθμητική που δεν εξαφανίζεται με ανακοινώσεις περί αυξήσεων: 12 μισθοί παραμένουν 12 μισθοί. Και 14 μισθοί παραμένουν 14.
Το πρόβλημα επομένως δεν είναι μόνο πόσα παίρνει κάποιος κάθε μήνα. Είναι και πόσες φορές αμείβεται μέσα στον χρόνο.
Και ενώ δεν επιστρέφουμε τα δώρα, συζητάμε και τη μονιμότητα
Και κάπου εδώ η ιστορία γίνεται ακόμη πιο παράδοξη. Τον Μάιο του 2025 ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε επίσημα τη συζήτηση για αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος και τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.
Η κυβερνητική θέση είναι συγκεκριμένη και πρέπει να αποδίδεται δίκαια: η αλλαγή συνδέεται με την αξιολόγηση, ώστε να επιβραβεύονται οι συνεπείς υπάλληλοι και να μπορεί να απομακρύνεται κάποιος που «συστηματικά, επίμονα και επί μακρό χρόνο» δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της θέσης του. Η αξιολόγηση είναι θεμιτή, όπως και ο έλεγχος, είναι απαραίτητος. Η απαίτηση να κάνει ο καθένας σωστά τη δουλειά για την οποία πληρώνεται είναι αυτονόητη. Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά.
Η μονιμότητα στο Δημόσιο δεν δημιουργήθηκε ως βραβείο τεμπελιάς. Θεσπίστηκε ιστορικά και ως εγγύηση ότι η δημόσια διοίκηση θα έχει συνέχεια και ανεξαρτησία από την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Στη δημόσια συζήτηση για την αναθεώρηση έχει επισημανθεί ακριβώς αυτή η θεσμική διάσταση: ότι η σταθερότητα της διοίκησης αποτελεί στοιχείο της συνέχειας του κράτους. Άρα ναι στην αξιολόγηση. Ναι στην ευθύνη. Ναι στις συνέπειες για εκείνον που πραγματικά και αποδεδειγμένα δεν εργάζεται. Αλλά όχι στην κατασκευή μιας ολόκληρης κοινωνικής κατηγορίας ως ενόχου.
Γιατί έχουμε αποκτήσει μια περίεργη σχέση με τον δημόσιο υπάλληλο
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ελληνική αντίφαση. Όταν κάτι πάει στραβά σε μια υπηρεσία: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν δουλεύουν». Όταν μιλάμε για τους μισθούς τους: «Έχουν τη μονιμότητα». Όταν ζητούν τα δώρα που καταργήθηκαν: «Δεν αντέχει η οικονομία». Όταν γίνεται συζήτηση για αξιολόγηση: «Να μπορούν να απολύονται».
Ωραία.
Και μετά πιάνει φωτιά το βουνό. Πυροσβεστική. Γίνεται πλημμύρα. Πολιτική Προστασία, Δήμοι, Περιφέρειες, κρατικές υπηρεσίες. Γίνεται τροχαίο. Αστυνομία, Πυροσβεστική, ΕΚΑΒ, νοσοκομείο. Το παιδί μας αρρωσταίνει στις τρεις το πρωί. Δημόσιο νοσοκομείο. Γιατρός. Νοσηλευτής. Έρχεται σεισμός. Κράτος. Έρχεται πανδημία. Και τότε ξαφνικά δεν υπάρχουν «τεμπέληδες δημόσιοι υπάλληλοι». Υπάρχουν ήρωες.
Μήπως ξεχάσαμε ήδη το 2020;
Δεν έχουν περάσει και τόσα χρόνια. Την περίοδο της COVID-19 ολόκληρη η χώρα στηρίχθηκε σε έναν μηχανισμό που επί χρόνια είχε μάθει να λοιδορεί. Το ΕΣΥ, τους γιατρούς,τους νοσηλευτές, το ΕΚΑΒ, την Πολιτική Προστασία, τις κρατικές υπηρεσίες, τΤους Δήμους.
Τους ανθρώπους που συνέχισαν να διεκπεραιώνουν υποθέσεις και να κρατούν βασικές λειτουργίες του κράτους ζωντανές, ακόμη και όταν μεγάλο μέρος της κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας είχε ανασταλεί. Το ίδιο το κράτος οργάνωσε τότε τηλεργασία και εκ περιτροπής παρουσία στις δημόσιες υπηρεσίες ακριβώς για να συνεχιστεί η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος υπό πρωτόγνωρες συνθήκες. Τότε τους χειροκροτούσαμε.
Λίγα χρόνια αργότερα επιστρέψαμε στο γνωστό ανέκδοτο: «Έλα μωρέ, δημόσιος υπάλληλος είναι».
Δεν γίνεται και τα δύο. Δεν μπορεί τη Δευτέρα να είναι «κηφήνας» και την Τρίτη, όταν καίγεται το σπίτι σου, να απαιτείς να μπει μέσα στη φωτιά. Δεν μπορεί όταν δεν τον χρειάζεσαι να είναι «βάρος για τον προϋπολογισμό» και όταν κινδυνεύεις να είναι ο άνθρωπος που οφείλει να έρθει να σε σώσει.
Το Δημόσιο δεν χρειάζεται ασυλία. Χρειάζεται σοβαρότητα
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι το ελληνικό Δημόσιο λειτουργεί τέλεια. Το αντίθετο. Έχει γραφειοκρατία, καθυστερήσεις, κακή οργάνωση, υπηρεσίες υποστελεχωμένες και άλλες με στρεβλή κατανομή προσωπικού. Υπάρχουν εξαιρετικοί εργαζόμενοι και υπάρχουν και εργαζόμενοι που δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Όπως υπάρχουν σε κάθε μεγάλο οργανισμό.
Η απάντηση όμως σε ένα προβληματικό Δημόσιο δεν είναι ένα φτωχότερο Δημόσιο. Είναι ένα καλύτερο Δημόσιο. Με πραγματική αξιολόγηση, με στόχους, με εκπαίδευση, με ψηφιοποίηση. Με κινητικότητα εκεί όπου πραγματικά χρειάζεται. Με επιβράβευση του καλού υπαλλήλου και με συνέπειες για τον ασυνεπή. Αλλά και με αξιοπρεπείς αποδοχές.
Γιατί δεν μπορείς να απαιτείς Δημόσιο ευρωπαϊκών προδιαγραφών και να αντιμετωπίζεις τον άνθρωπο που το στελεχώνει σαν αναγκαίο κακό.
Τα δώρα δεν είναι μόνο συνδικαλιστικό αίτημα
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο. Η συζήτηση για τον 13ο και τον 14ο μισθό δεν πρέπει να περιοριστεί στο αν οι δημόσιοι υπάλληλοι «δικαιούνται κάτι παραπάνω». Πρέπει να συζητηθεί και ως οικονομική πολιτική. Τι μέρος των χρημάτων επιστρέφει στα δημόσια ταμεία; Τι μέρος κατευθύνεται στην κατανάλωση; Τι σημαίνει για τις μικρές τοπικές επιχειρήσεις; Τι σημαίνει για την εστίαση; Τι σημαίνει για τον εσωτερικό τουρισμό; Τι σημαίνει για το λιανεμπόριο; Τι πρόσθετο φορολογικό έσοδο δημιουργεί;
Και τελικά ποιο είναι το καθαρό, και όχι απλώς το ονομαστικό, δημοσιονομικό κόστος; Αυτή είναι σοβαρή οικονομική συζήτηση.
Όχι το «κοστίζει τόσα δισεκατομμύρια, άρα τελείωσε». Γιατί κάθε μισθολογική δαπάνη είναι έξοδο για κάποιον και εισόδημα για κάποιον άλλον.
Δεν ζητά κανείς να γίνει ο δημόσιος υπάλληλος «ιερή αγελάδα»
Ο δημόσιος υπάλληλος δεν χρειάζεται ασυλία. Δεν χρειάζεται ειδική μεταχείριση. Και ασφαλώς δεν χρειάζεται να προστατεύεται κάποιος που αποδεδειγμένα δεν κάνει τη δουλειά του. Χρειάζεται όμως κάτι πολύ απλούστερο: να σταματήσει να είναι ο σάκος του μποξ κάθε κυβέρνησης και κάθε εύκολης λαϊκίστικης συζήτησης.
Δεν μπορείς να του κόβεις δύο μισθούς επειδή η χώρα χρεοκόπησε και δεκατέσσερα χρόνια αργότερα να του εξηγείς ότι η έκτακτη κατάσταση έγινε περίπου μόνιμο καθεστώς.
Δεν μπορείς να του ζητάς συνεχώς περισσότερα, να του λες ότι πρέπει να αξιολογηθεί, να ανοίγεις συζήτηση ακόμη και για τη μονιμότητά του και συγχρόνως να θεωρείς υπερβολική τη συζήτηση για την αποκατάσταση εισοδήματος που αφαιρέθηκε μέσα στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Και πάνω απ’ όλα: δεν μπορείς να τον απαξιώνεις όταν όλα πηγαίνουν καλά και να τον ψάχνεις όταν όλα πηγαίνουν στραβά.
Γιατί όταν έρθει η φωτιά, η πλημμύρα, ο σεισμός, το δυστύχημα, η πανδημία, η αρρώστια, η ανάγκη, κανείς δεν τηλεφωνεί σε κάποιον αφηρημένο μηχανισμό που ονομάζεται «κράτος».
Τηλεφωνεί σε ανθρώπους. Σε έναν πυροσβέστη, σε έναν αστυνομικό, σε έναν διασώστη, σε έναν γιατρό, σε έναν νοσηλευτή, σε έναν υπάλληλο Πολιτικής Προστασίας, σε έναν άνθρωπο του Δήμου, σε έναν δημόσιο λειτουργό. Αυτό είναι το Δημόσιο.
Και ίσως, αντί να αναρωτιόμαστε συνεχώς πώς θα πληρώνουμε λιγότερο αυτούς τους ανθρώπους, κάποια στιγμή πρέπει να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε πόσο καλό Δημόσιο μπορούμε πραγματικά να έχουμε όταν επί χρόνια τους στέλνουμε ένα και μόνο μήνυμα:
«Όταν σε χρειάζομαι, έχεις υποχρέωση να είσαι εκεί.
Όταν έρχεται η ώρα να σε πληρώσω, είσαι κόστος».
Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι αντίφαση. Και δεκατέσσερα χρόνια μετά την οριστική κατάργηση των δώρων, είναι επιτέλους καιρός αυτή η αντίφαση να μπει ξανά στο τραπέζι.
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

