Υπάρχουν πολιτικές διαδρομές που δεν οικοδομούνται μέσα από τα παραδοσιακά κομματικά μονοπάτια, αλλά μέσα από συνθήκες κρίσης. Η πανδημία αποτέλεσε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπου η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης μετατράπηκε σε πολιτικό κεφάλαιο και πρόσωπα με τεχνοκρατικό προφίλ βρέθηκαν στο επίκεντρο της εξουσίας.
Ο Μάριος Θεμιστοκλέους είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση.
Ως Γενικός Γραμματέας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και επιχειρησιακός επικεφαλής του εμβολιαστικού προγράμματος «Ελευθερία», βρέθηκε στον πυρήνα της πιο απαιτητικής κρατικής επιχείρησης της σύγχρονης περιόδου. Οργάνωσε, συντόνισε και υλοποίησε έναν μηχανισμό που συνέδεσε το Υπουργείο Υγείας, την Πολιτική Προστασία, τις Ένοπλες Δυνάμεις και τις δομές υγείας, πετυχαίνοντας μια λειτουργικότητα που, σε επιχειρησιακούς όρους, αναγνωρίστηκε.

Αυτό που επίσης καταγράφηκε και δεν αποτελεί ερμηνεία αλλά πραγματικότητα της περιόδου, ήταν η άμεση και στενή σχέση του με το Μέγαρο Μαξίμου και προσωπικά με τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν επρόκειτο για μια τυπική διοικητική συνεργασία. Ήταν μια σχέση εμπιστοσύνης, με απευθείας γραμμή επικοινωνίας, συμμετοχή σε κρίσιμες συσκέψεις και ενεργό ρόλο στον πυρήνα των αποφάσεων.

Αυτή ακριβώς η σχέση, σε μεγάλο βαθμό, εξηγεί και την επόμενη κίνηση: την τοποθέτησή του στη θέση του Υφυπουργού Υγείας. Μια επιλογή που λειτούργησε ως επιβράβευση της αποτελεσματικότητας, αλλά και ως πολιτική σφραγίδα για τον ρόλο που διαδραμάτισε εκείνη την περίοδο.

Ωστόσο, η αποτίμηση της πανδημίας δεν είναι μονοδιάστατη. Για ένα τμήμα της κοινωνίας, εκείνη η περίοδος δεν άφησε μόνο το αποτύπωμα της οργάνωσης, αλλά και ένα ίχνος πίεσης, αυστηρότητας και αμφισβήτησης ως προς τη σχέση κράτους και πολίτη.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό ερώτημα. Σήμερα, ο Υφυπουργός Υγείας, Μάριος Θεμιστοκλέους μεταφέρει αυτή τη διαδρομή στην εκλογική μάχη της Ανατολικής Αττικής. Όμως το πεδίο είναι εντελώς διαφορετικό και σαφώς πιο απαιτητικό.

Απέναντί του βρίσκονται πρόσωπα με ισχυρή πολιτική παρουσία και βαθιά ρίζα στην περιφέρεια:
- ο Μάκης Βορίδης, με σαφή ιδεολογική ταυτότητα και βαρύ πολιτικό αποτύπωμα
- η Σοφία Ζαχαράκη, με σταθερή εκλογική πρωτιά και διείσδυση στο εκλογικό σώμα
- ο Γιώργος Βλάχος, που εκφράζει τη διαχρονική καραμανλική δεξιά
- ο Στέλιος Πέτσας, με κυβερνητική εμπειρία και αναγνωρισιμότητα
- και ο Βασίλης Οικονόμου, με συνεχή κοινοβουλευτική παρουσία, ισχυρή σχέση με την τοπική κοινωνία και αποδεδειγμένη αντοχή σε δύσκολες εκλογικές αναμετρήσεις
Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, βρίσκεται αλλού.
Η στενή του ταύτιση με το Μέγαρο Μαξίμου και προσωπικά με τον Πρωθυπουργό, που σε άλλη συγκυρία θα αποτελούσε καθαρό πλεονέκτημα, σήμερα λειτουργεί ως διπλής ανάγνωσης παράγοντας. Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην παρούσα φάση, δεν διανύει την πολιτικά πιο άνετη περίοδό του. Και η εγγύτητα σε αυτό το επίπεδο εξουσίας δεν είναι αυτονόητο ότι μεταφράζεται αυτόματα σε εκλογικό όφελος, μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να λειτουργήσει και αντίστροφα.
Την ίδια στιγμή, οι δημοσκοπικές αποτυπώσεις, όσο κι αν παραμένουν ευνοϊκές για τη Νέα Δημοκρατία σε γενικό επίπεδο, δείχνουν ότι στην Ανατολική Αττική τα περιθώρια είναι συγκεκριμένα. Η εκτίμηση ότι το κυβερνών κόμμα θα εκλέξει τρεις, στην καλύτερη περίπτωση τέσσερις βουλευτές, διαμορφώνει ένα ασφυκτικό πλαίσιο ανταγωνισμού.
Με απλά λόγια: δεν υπάρχει «χώρος για όλους».
Ο Μάριος Θεμιστοκλέους, λοιπόν, δεν καλείται απλώς να κεφαλαιοποιήσει μια επιτυχημένη διοικητική διαδρομή. Καλείται να την υπερασπιστεί πολιτικά, σε ένα περιβάλλον υψηλού ανταγωνισμού, με ισχυρούς αντιπάλους και με μια σχέση εξουσίας που μπορεί να λειτουργήσει είτε ως πλεονέκτημα είτε ως βάρος.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία: Οι κρίσεις αναδεικνύουν πρόσωπα.
Αλλά οι εκλογές δεν επιβραβεύουν μόνο τη διαχείριση.
Επιβραβεύουν την πολιτική αντοχή, τη σύνδεση με την κοινωνία και τελικά την εμπιστοσύνη.
Και αυτή, δεν μεταφέρεται αυτόματα. Κερδίζεται.

