Τα Τέμπη δεν είναι πια μόνο μια χαραμάδα γης ανάμεσα σε βουνά. Είναι μια παύση. Μια ανάσα που κόπηκε απότομα και έμεινε να αιωρείται πάνω από τις ράγες.
Εκεί όπου κάποτε περνούσαν τρένα και οι επιβάτες κοιτούσαν αφηρημένα το σκοτάδι, τώρα περνά η μνήμη. Σαν φως μικρό που τρεμοπαίζει. Σαν ψίθυρος που λέει ονόματα ένα-ένα, για να μη χαθούν. Εκείνο το βράδυ, κοντά στη Λάρισα, δύο συρμοί συναντήθηκαν στη σιωπή κι η σιωπή έγινε κραυγή.
Δεν ήταν αριθμοί. Ήταν χέρια που κρατούσαν εισιτήρια και όνειρα. Ήταν φοιτητικά σακίδια γεμάτα μέλλον. Ήταν μηνύματα στα κινητά: «Έρχομαι». Λέξεις απλές, που δεν πρόλαβαν να γίνουν αγκαλιά.
Τα Τέμπη έγιναν ένας καθρέφτης. Μας έδειξαν πόσο εύθραυστη είναι η διαδρομή από το «φεύγω» στο «φτάνω». Μας έδειξαν πως η ζωή κρέμεται από λεπτές, αόρατες γραμμές, σαν τις ράγες που ενώνονται στο βάθος και χάνονται στον ορίζοντα.
Κι όμως, μέσα στο σκοτάδι, ανάβουν κεριά. Ανάβουν φωνές που ζητούν δικαιοσύνη. Ανάβουν καρδιές που αρνούνται να συνηθίσουν. Γιατί η μνήμη δεν είναι βάρος· είναι φλόγα. Κρατιέται με τρεμάμενα δάχτυλα, αλλά δεν σβήνει.
Τα Τέμπη είναι πια ένα όνομα που το προφέρουμε χαμηλόφωνα. Σαν προσευχή. Σαν υπόσχεση.
Να μη γίνει ποτέ ξανά η διαδρομή παγίδα. Να μη γίνει ποτέ ξανά η επιστροφή απουσία.
Λαμπρινή Μπενάτση

