Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με συνθήματα, ασκείται με μνήμη, ισορροπία και επίγνωση κινδύνων. Σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης, από την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Μέση Ανατολή, επανέρχεται εύλογα στο δημόσιο διάλογο το ζήτημα της παρουσίας συμμαχικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε εθνικό έδαφος. Το ερώτημα δεν είναι ιδεολογικό. Είναι βαθύτατα θεσμικό, πώς διασώζονται τα κεκτημένα μιας χώρας, η κυριαρχία της και η ασφάλειά της, μέσα σε ένα περιβάλλον συλλογικής άμυνας;
Ιστορική εμπειρία: Νέα Μάκρη και Ελληνικό
Αντίστοιχα, στο Ελληνικό λειτουργούσε αμερικανική αεροπορική εγκατάσταση υποστήριξης και επιτήρησης. Η οριστική παύση λειτουργίας της το 1993–1994 είχε έντονο πολιτικό και συμβολικό χαρακτήρα: σηματοδοτούσε μια φάση επαναπροσδιορισμού της σχέσης φιλοξενίας στρατιωτικών διευκολύνσεων και εθνικής κυριαρχίας.
Η ιστορική εμπειρία αυτών των δύο περιπτώσεων δείχνει ότι οι βάσεις δεν είναι μόνιμες καταστάσεις, είναι προϊόν συγκεκριμένων γεωπολιτικών συγκυριών και πολιτικών επιλογών.
Η σημερινή πραγματικότητα στην Ελλάδα
Η ορθή ανάγνωση αυτής της πραγματικότητας δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Από τη μία πλευρά, οι συμμαχικές εγκαταστάσεις ενισχύουν τη γεωπολιτική βαρύτητα της χώρας, εντάσσοντάς την στον πυρήνα των δυτικών αμυντικών δομών. Από την άλλη, η ύπαρξή τους εντάσσει αυτομάτως το έδαφος φιλοξενίας σε έναν ευρύτερο στρατηγικό χάρτη.
Σε περιόδους έντασης, όπως οι πρόσφατες κρίσεις που αφορούν το Ιράν και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, οι εγκαταστάσεις αυτές αποκτούν αυξημένη επιχειρησιακή σημασία. Και όταν μια περιοχή αποκτά σημασία, αποκτά και δυνητικό ρίσκο.
Η περίπτωση της Κύπρου
Η διαφορά σε σχέση με την Ελλάδα είναι νομικά ουσιώδης, όμως το γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι κοινό: η ύπαρξη στρατιωτικής εγκατάστασης σε μια χώρα την τοποθετεί στο επίκεντρο περιφερειακών ισορροπιών. Η βάση λειτουργεί ως στοιχείο αποτροπής, αλλά ταυτόχρονα εντάσσει το νησί στον επιχειρησιακό σχεδιασμό τρίτων.
Διεθνείς συγκρίσεις και στρατηγική ωριμότητα
Παρόμοιες πραγματικότητες συναντώνται στη Ιαπωνία και στη Γερμανία, όπου η παρουσία αμερικανικών εγκαταστάσεων αποτελεί δομικό στοιχείο της συλλογικής άμυνας. Καμία από αυτές τις χώρες δεν αντιμετωπίζει το ζήτημα με απλουστεύσεις. Το διαχειρίζονται μέσω θεσμικών εγγυήσεων, ρητρών, διαρκούς διαπραγμάτευσης και πολιτικού ελέγχου.
Η ουσία είναι μία: οι συμμαχίες είναι εργαλεία ενίσχυσης της εθνικής ισχύος, όχι υποκατάστατα της εθνικής κυριαρχίας.
Τι απαιτείται σήμερα
Ως χώρα με ιστορικό βάθος και σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον, η Ελλάδα οφείλει:
-
Να διασφαλίζει πλήρη θεσμική εποπτεία κάθε στρατιωτικής διευκόλυνσης.
-
Να διατηρεί ρητές δικλίδες εθνικής έγκρισης για τη χρήση εγκαταστάσεων σε επιχειρήσεις που υπερβαίνουν την άμυνα.
-
Να αξιολογεί διαρκώς τον κίνδυνο κλιμάκωσης, ιδίως όταν η περιοχή της Μέσης Ανατολής εισέρχεται σε κύκλους έντασης.
-
Να ενισχύει την αυτοδύναμη αποτρεπτική της ικανότητα, ώστε η συμμετοχή σε συμμαχίες να είναι επιλογή ισχύος και όχι ανάγκη εξάρτησης.
Η παρουσία συμμαχικών βάσεων δεν είναι από μόνη της ούτε απειλή ούτε εγγύηση. Είναι παράγοντας ισχύος που απαιτεί συνεχή πολιτική διαχείριση. Σε έναν κόσμο όπου οι περιφερειακές συγκρούσεις μπορούν να αποκτήσουν ευρύτερες διαστάσεις, η ευθύνη μιας χώρας είναι διττή: να παραμένει αξιόπιστος σύμμαχος, αλλά και να προστατεύει με συνέπεια τα εθνικά της συμφέροντα.
Η γεωγραφία δεν αλλάζει. Η στρατηγική, όμως, οφείλει να προσαρμόζεται. Και η διπλωματία υπάρχει ακριβώς γι’ αυτό: για να μετατρέπει τη γεωπολιτική πίεση σε σταθερότητα και να διασώζει, μέσα σε θορυβώδεις καιρούς, τα θεμελιώδη κεκτημένα ενός κράτους.
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ





